“Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους”
Συχνά αναρωτιέμαι. Βουίζει η Γη. Μια βόμβα ηχεί στον αέρα. Πέρασαν μέρες και ώρες πολλές και έχω παραμείνει εδώ, στο σκοτάδι. Γεννιέσαι για να ζήσεις ή για να περιμένεις με τρόμο το τέλος σου;
Το πρωί που σηκώθηκα κοίταξα το ρολόι. Πάλι ο χρόνος μικραίνει. Πάλι βρίσκομαι δυο ώρες πίσω απ’ όλα. Πάλι στη βιασύνη, στην αναμονή, στην αμφιβολία.
Τα γκρίζα βατράχια κράζουν πίσω από τ΄ αυτιά σε κάποιο κρύο και βρώμικο πηγάδι του μυαλού. Βαρέθηκα να τ΄ ακούω και εκείνα το κατάλαβαν κι έστειλαν αγγελιοφόρους μυρμήγκια που εξαπλώθηκαν στις ρίζες των μαλλιών μου. Το είδωλό μου διαστρεβλώνεται. Μαχαίρι πέφτει με δύναμη και σπάει το τζάμι. Εφτά χρόνια γρουσουζιάς; Λες και τα προηγούμενα ήταν γεμάτα καλοτυχία. Ήταν ή δεν ήταν, ο άνθρωπος τα βλέπει όλα μαύρα. Και αν η γάτα είναι εφτάψυχη, ο άνθρωπος είναι εφτά φορές γκρινιάρης.
Αναρωτιέμαι συχνά αν είμαι μαριονέτα. Κοιτάζω στον τοίχο πίσω μου τις σκιές. Πράγματι διακρίνω κάποιες γραμμές που δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται. Να είναι άραγε τα σχοινιά μου; Οι καρποί μου δεν έχουν γύρω τους αλυσίδες, παραδόξως αυτό με κάνει να θυμώνω. Μου λένε πως είμαι ελεύθερη, αλλά οι πόρτες που χτυπάω δεν ανοίγουν. Μόνο λίγο, χαραμάδες στιγμιαίας ελπίδας και επακόλουθης απελπισίας.
Η τηλεόραση με αγριεύει. Τα ποιήματα με μελαγχολούν. Ο μουντός καιρός φέρνει κρύο στη ραχοκοκαλιά μου και πιέζομαι λες και θέλω να σκάσω. Είμαι ψάρι που σπαρταράει στη βροχή. Ζω με σταγόνες. Επιβιώνω. Αλλά γιατί; Πώς πας πέρα από την επιβίωση;
Το νερό είναι μολυσμένο. Ο αέρας είναι άπιαστος. Τα όνειρα έρχονται και φεύγουν. Η έμπνευση ανεξέλεγκτη. Ούτε η φαντασία δεν αρκεί για να οραματιστείς την ουτοπία. Αλλά η ίδια η πραγματικότητα ξεπερνά κατά πολύ τη φαντασία όταν πρόκειται για ιδέες δυστοπικές. Ένα θέατρο παραλόγου. Ένα σατανικό σχέδιο του παρανοϊκού επιστήμονα που σε μια θυελλώδη νύχτα ξύπνησε ξαφνικά με στόχο να παραμορφώσει ό,τι πιαστεί στην παγίδα του, που έστησε στο δάσος έξω απ’ τον στοιχειωμένο πύργο όπου ζει αιώνια μόνος.
Έφτασα στο σημείο να μη φοβάμαι όταν κατάλαβα ότι προχωρώ μέσα στην ίδια την κόλαση. Έκλεισα τα μάτια και χάθηκα στο όνειρο. Ταξίδεψα στο σπίτι του επιστήμονα και ας έβρεχε καταρρακτωδώς. Χτύπησα με θάρρος την πόρτα του. Με καλωσόρισε φορώντας μια στολή που έκρυβε όλο το κεφάλι του. Ούτε τα χέρια του είδα. Φορούσε πράσινα γάντια, πλαστικά. Πρόσεξα έναν κόκκινο λεκέ στο τσεπάκι της στολής του, αλλά δεν το σχολίασα.
Μπήκαμε μαζί στο εργαστήριο. Ανακατεύτηκα από τις αναθυμιάσεις και κρατήθηκα με το ζόρι για να μη λιποθυμήσω.
“Εδώ βράζουμε το μείγμα.”
“Ποιο μείγμα;”
“Ανακατεύουμε όλα τα στοιχεία της φύσης και στον αφρό μαζεύεται το βλαβερό που έχουν μέσα τους. Μετά το παίρνουμε με ειδική πιπέτα και το τοποθετούμε με προσοχή στα γυάλινα φιαλίδια.”
Το γέλιο του με ανατρίχιασε.
“Και μετά;”
“Όταν είναι έτοιμο, μετά από τη διαδικασία της ωρίμανσης, το μοιράζουμε σε όλες τις χώρες, βάζοντάς το στα υδραυλικά δίκτυα.”
“Ποιος είναι ο σκοπός;”
“Η τροφοδοσία του ανθρώπου. Η επιβίωση του είδους, φυσικά.”
“Και αν δεν το κάνατε αυτό, τι θα γινόταν;”
“Πολλά ρωτάς!”
“Απαιτώ να μάθω. Δικαίωμά μου δεν είναι;”
“Δικό σου το όνειρο, δική σου και η ευθύνη.”
“Τι εννοείς;”
“Αν μάθεις, θα είναι πια αργά.”
“Δεν με νοιάζει. Πες μου.”
“Θα παραμορφωνόσασταν όλοι. Ο άνθρωπος είναι όπως τον ξέρεις εξαιτίας αυτής της διαδικασίας. Άλλαξε τη και όλα θα αλλάξουν.”
“Σε τι;”
Με έσπρωξε μέσα στο βραστό νερό. Ένιωσα τη σάρκα μου να καίγεται. Κάτω απ’ την επιφάνεια με τη μύτη κλειστή για να μην πνιγώ, κοίταξα ψηλά και είδα τον αφρό. Έβγαιναν από μέσα μου τα βλαβερά στοιχεία. Ο πόνος ήταν ευχάριστος. Ο άντρας τράβηξε με επαγγελματισμό τον αφρό κι εγώ αισθάνθηκα επιτέλους ελεύθερη. Ο ατμός μου έφυγε από το ανοιχτό παράθυρο και απλώθηκε γύρω από τη Γη.
Ως μόρια οξυγόνου κύλησα μέσα σε πνεύμονες. Από εκεί στο αίμα. Από πληγές στο χώμα. Από το χώμα στο φυτό κι έπειτα έγινα άρωμα λουλουδιού. Ήταν στιγμές που έμπαινα σε τυχαία ρουθούνια. Πλησίαζα τις πύλες του εγκεφάλου. Χτυπούσα πόρτες. Πάλι δεν άνοιγαν. Μπορεί ο αέρας να κινηθεί με δική του βούληση; Ήταν περίπλοκο αλλά όχι ανέφικτο. Αρκεί να κάνεις ένα μικρό βήμα προς το κατάλληλο ρεύμα κάθε φορά.
Με τα πολλά έφτασα κάποια στιγμή στον υπόνομο και από εκεί προχώρησα προς το υδραυλικό δίκτυο. Νερό, νερό, νερό. Αυτό που χρειάζεσαι για να επιβιώσεις. Αυτό που σε κάνει άνθρωπο. Για όλα φταίει το νερό. Αποτελούμαστε κατά 80 τοις εκατό από νερό. Περίπου τόσο και ο πλανήτης Γη. Κατά 70 με 80 τοις εκατό το κακό ελέγχει τις κινήσεις μας. Κατά 20 τοις εκατό έχουμε καλές προθέσεις, ιδέες και ταλέντα. Η μάχη είναι άνιση. Και φταίει το νερό. Είμαστε εξαρτημένοι από το νερό και αυτή η εξάρτηση δηλώνει από μόνη της την τοξική σχέση.
Ως πνοή μπήκα μέσα στην πηγή του κακού και φώναξα με δύναμη: “Σταματήστε ό,τι κάνετε! Τώρα!” Δεν μ’ άκουσε κανείς. Αισθάνθηκα για μια φορά ακόμα εξαπατημένη.
Το πρωί που ξύπνησα, δεν έβλεπα. Είχα πάθει μια ξαφνική μυωπία. Όλα ήταν θολά και μπερδεμένα. Όταν αγαπάς, δεν φοβάσαι τίποτα. Μόνο να μη χάσεις τον άνθρωπό σου. Και όταν τον χάσεις; Τότε καταλαβαίνεις. Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους.
Υπάρχουν μέρες που γράφω ιστορίες. Και άλλες μέρες που δεν γράφω τίποτα. Κάποιες φορές, σπάνια όμως, γίνομαι μια ιστορία. Είναι καλύτερα να ζεις ή να γράφεις; Είναι καλύτερα να παίζεις με τις κούκλες σου ή να είσαι η κούκλα πάνω στη σκηνή;
Το μέτρημα είναι άλλο ένα κακό. Μας έμαθαν αριθμητική για να μετράμε την απόσταση του θανάτου. Μας έμαθαν ιστορία για να περιμένουμε τον επόμενο πόλεμο. Μας έμαθαν Αγγλικά για να ψάχνουμε την επικοινωνία σε άλλη ήπειρο. Μας έμαθαν λεπτομέρειες για να χάνουμε την ουσία. Δεν φταίνε οι δάσκαλοι. Δεν φταίνε οι γονείς. Δεν φταίνε τα παιδιά. Δεν φταίει ο Θεός. Φταίει το σύστημα. Αλλά το σύστημα είναι οι άνθρωποι ή το σύστημα είναι οι δαίμονες; Και οι άγγελοι είναι οι αναρχικοί στις σκεπές μας; Είμαστε ψάρια σε κλουβιά πουλιών. Οι ταυτότητες μας στα σκουπίδια. Τις πήρε το σκουπιδιάρικο για να μας φέρει άλλες. Στον υπόνομο κρυμμένο ένα γράμμα. Λέει πολλά. Χρονοκάψουλα σε γλώσσα γραμμένη για το μέλλον. Δεν την καταλαβαίνουμε.
Αν ζούσαμε μόνο δυο μέρες, όπως οι πεταλούδες, θα πετούσαμε μέσα σε χρώματα και αρώματα. Αν ζούσαμε ένα λεπτό, ένα χαμόγελο έκπληξης και περιέργειας θα ήταν όλη η ζωή μας.
Αν είχαμε αιώνες μπροστά μας, θα λεγόμασταν βαμπίρ.
Όταν ανέβηκα στον πλανήτη θάρρος είδα πυροτεχνήματα από τεχνίτες που ακόνιζαν παράξενα όπλα. Τους μίλησα για τ’ αστέρια. Δεν ήξεραν. Κανείς δεν ξέρει.
Στην άκρη του κόσμου, μια χιονοστιβάδα.
Στον καθρέφτη, ο άλλος μου εαυτός.
Το όχημα μπαίνει με φόρα στον δικό μου κόσμο και με αρπάζει. Με πετάει στην καρότσα. Πάμε βόλτα, ωραία. Η καλή διάθεση απλώνεται και καθαρίζει τα πάντα στο πέρασμά της…
💥
Ο παράδεισος βρίσκεται ανάμεσα στις στιγμές, πριν τις σιωπές, μετά τη λάμψη, κάτω από το άγγιγμα, πάνω από τον ήλιο, μέσα στο φως. Μην ψάχνεις αλλού, μην ψάχνεις εδώ. Έφυγε ο άνθρωπος να πάει να βρει τον παράδεισο, είπε. Όχι. Δεν είναι εκεί. Δεν είναι εδώ. Γιατί ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους. Ο παράδεισος είναι κρυμμένος εκεί όπου η σκέψη δεν έχει τρόπο να μπει.
Το παραπάνω διήγημα έχει επίσης αναρτηθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Fractal https://www.fractalart.gr/diigima-o-paradeisos-den-einai-gia-toys-anthropoys/ και έχει συμπεριληφθεί στο ποιητικό ημερολόγιο "Το Πένθιμο Μενταγιόν" https://buymeacoffee.com/iosifidimaria/e/208513