Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Στον Πάτο Του Πηγαδιού Με Τις Ονειροπαγίδες

 

 Στον Πάτο
Του Πηγαδιού
Με Τις Ονειροπαγίδες

Στην αυλή της νέας μονοκατοικίας, στην άγνωστη οδό, μέσα στα περιβόλια με τους άγνωστους λύκους, τα χαρούμενα αρνάκια και τους ατελείωτους ελαιώνες. Λίγο μετά τις Φινλανδικές κατοικίες. Στο στενό που νόμιζες ότι δεν θα σε έβγαζε πουθενά.

Εκεί υπήρξε ένα πηγάδι,
που ήταν γραφτό να γίνει το σπίτι μου.
Είχε ένα μονό κρεβάτι που θύμιζε κρεβάτι κατασκήνωσης. Το στρώμα του ήταν στενό και σκληρό.
Ως μόνιμο φύλακα είχε ορίσει ένα αιώνια θλιμμένο, μαρμάρινο σκυλί.

Στο μεγάλο άδειο σπίτι στον πάτο του πηγαδιού, στο σκοτάδι του δάσους, παρέα με το δικό μου πιστό σκυλί.
Μπαινοβγαίνω μέρα-νύχτα, κλαίω, γελάω, καταφέρνω ακόμα να ονειρεύομαι, αν και μονίμως ξύπνια. Απαγορεύεται ο ύπνος σε αυτό το κρεβάτι όπου δεν χωράει ούτε το σώμα μου ούτε την ψυχή μου, αν και το σώμα μου έχει μείνει μισό και η ψυχή μου διχάζεται ακόμα.

Με ένα μικρό κομμάτι ουρανού και τον αέρα από το κούνημα ενός φτερού πεταλούδας.
Μας ξυπνάει από τον λήθαργο που μας είχε κολλήσει σε μια ιδέα, την ιδέα του τέλους.Την ιδέα που το πηγάδι έθαψε στο χώμα και το μαρμάρινο σκυλί απέρριψε εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια.
Στην αιωνιότητα θάβουμε κι εμείς την αγωνία.

Στην απόλυτη σιγή της νύχτας, κοιταζόμαστε. Στις γαλανές νότες των μαύρων ματιών της φλέγεται ο Σείριος, και στα δικά μου ο Βέγας, ζητώντας να με λυπηθούν στις σκληρές δοκιμασίες της κολάσεως.
Στο τζάκι δεν ψήνεται τίποτα όμως. Στον καναπέ ίσως να μην κάθισε ποτέ κανείς. Δεν θυμάμαι αν μπορώ πια να καθίσω, ή πώς είναι.

Δεν είδα ποτέ το φως του καυτού, πρωινού ήλιου να κατεβαίνει προς τον πάτο του πηγαδιού. Γιατί δεν ξέρω αν ήμουν πράγματι ποτέ εκεί, ή αν πιάστηκα σε κάποια απ' τις στημένες ονειροπαγίδες του καλοκαιριού.

Μεταξύ αρχής και τέλους ή τέλους και αρχής, ίσως να άφησα κάποιο σημάδι. Ίσως να βγήκα από το πηγάδι και να ανέβηκα προς τον νεογέννητο λόφο απ' όπου μπορείς να δεις ολόκληρο το γιορτινό λιμάνι. Ίσως να βρίσκομαι ακόμα ανάμεσα στα δέντρα, να μιλώ στο καστανό άλογο της γειτονιάς και να του αγοράζω μήλα. Κι όταν βγαίνει το φεγγάρι, εκεί πάνω απ' τα περιβόλια όπου δεν το βλέπει ποτέ κανείς, ίσως μονάχα εγώ να το χαιρετώ ακόμα καθώς στέκομαι κρυμμένη στις σκιές και θεραπεύω τις τελευταίες μου πληγές με μείγμα από μαργαρίτες, φύλλα ελιάς και λιωμένους λωτούς. Κι όταν μαζεύω τα πρώτα φθινοπωρινά ξύλα, ίσως κάθε τόσο να κοιτώ την ταμπέλα με τις Φινλανδικές κατοικίες. Και μπορεί να έχω ήδη χτίσει τη δική μου, κάπου εκεί, πίσω απ' το στενό που νόμιζες ότι δεν θα σε έβγαζε ποτέ πουθενά.
 
 

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Το Γέλιο του Ιβίσκου

 
 

Το Γέλιο του Ιβίσκου

 

Όλοι κάτι θέλουν.
Να ποτίζω καλά τις τριάντα γλάστρες περιμετρικά του σπιτιού,
αλλά όχι τόσο καλά, ώστε να μη βραχεί
το φρεσκοπλυμένο ταξί
που θα μας πάει αύριο σε νέα μέρη.
 
Η γειτόνισσα βγαίνει στις δώδεκα τα μεσάνυχτα
και με προειδοποιεί ότι τα έχω βάψει σκούρα.
Κι εγώ στέκομαι σαστισμένη, με το ποτιστήρι στο χέρι
και το βλέμμα στον ξεραμένο βασιλικό,
αλλά και σ' εκείνη τη γλάστρα στη γωνία,
με τα γυμνά της ξύλα...
 
Ο νεογέννητος ιβίσκος σκάει ένα γέλιο βρεφικό.
Δεν το ξέρω ακόμα,
αλλά σε λίγες μόνο μέρες θα δεσπόζει, στην ίδια θέση,
ένα πανύψηλο, θεσπέσιο φυτό
με ζωηρά άνθη στα χρώματα του ήλιου
και καταπράσινο φύλλωμα
που θα με ευγνωμονεί και θα μου κλείνει το μάτι.
 
Την ώρα που η γειτόνισσα
θα δαγκώνει τη γλώσσα της στο απέναντι μπαλκόνι
και το φρεσκοπλυμένο ταξί με τις λάσπες στο καπό
θα φεύγει για τα νέα του μέρη,
κι εγώ με άλλο ταξί, σκονισμένο, θα έχω πάρει την αντίθετη κατεύθυνση.
 
Ενώ η μεγαλοκυρία του θεάτρου που δεν επέλεξε ποτέ
να παίξει θέατρο στη μεγάλη σκηνή,
παρά μόνο στην αυλή της,
θα καλωσορίζει τον νέο πλούσιο ένοικο
του διαμερίσματος με τις τριάντα γλάστρες.
 
Εκεί κρυμμένος, βρίσκεται ακόμη, φίλοι μου,
ο γελαστός ιβίσκος!
 

Στο σοκάκι με το άγνωστο όνομα,
πίσω από το κομμωτήριο που μένει ανοιχτό όλο το βράδυ.
Δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου
και σ' εκείνη τη μικρή, την ερημωμένη,
που το όνομά της ξεχάστηκε πια,
στη θαμμένη πλατεία με τις προτομές των πολεμιστών
μιας εποχής θαμμένης κάτω από το παγοποιείο
που κάποτε έζησε την αίγλη του
πριν μεταμορφωθεί
σε ογκώδες ερείπιο και μνημείο -
παράξενη θέα για τους κατοίκους των γύρω διαμερισμάτων
και εκείνου με τις τριάντα γλάστρες,
στοιχειωμένες πια,
με ένα γέλιο υπόκωφο στο σοκάκι της ερήμου.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

Οι ζωές μας, προσεχτικά υφασμένες στον αργαλειό

 

Οι ζωές μας,
προσεχτικά υφασμένες
στον αργαλειό

Λεπτές, περίτεχνα στριφογυριστές, λευκές και γκρίζες κλωστές, τέμνοντας η μια την άλλη αγκαλιάζονται. Συνάντηση δίδυμων ψυχών. Σκιές μικρών ταράνδων, αγγελικά πνεύματα που κατεβαίνουν λίγο κάτω από τους ώμους. 

Οι ζωές μας, προσεχτικά υφασμένες στον αργαλειό.

Ήταν η στιγμή που ήθελα να πετάξω από πάνω μου τα παλιά, τότε που σε είδα σε όνειρο. Ξέρεις, εκείνα τα κλασικά φούτερ, τα αρωματισμένα με την εφηβική θλίψη που παρατράβηξε και πλησιάζει τα τριάντα.

Δεν ήθελα τη νέα μόδα γιατί ένιωθα πως απλώς θα γίνω μια επανάληψη. Έτσι, αποφάσισα να διατηρήσω τον εαυτό μου, πλένοντας ξανά και ξανά τα ίδια υφάσματα μέχρι να τρυπήσουν. Και έτσι έγινε. Κάτι τρύπησε μέσα μου. Αισθάνθηκα άξαφνα πως από βαμβακερή αθλητική κάλτσα της άνεσης και της σιγουριάς, απέκτησα μια μεγάλη τρύπα στη φτέρνα και μια μικρότερη στο δάχτυλο. Όλα είχαν αλλάξει πριν το καταλάβω.

Αναγκάστηκα να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Ήμουν μπλεγμένη μέσα σε εύθραυστα καλσόν και γάντια από δίχτυα ψαράδων.

Αλλά εσύ στο όνειρο ήσουν ανήσυχη για τα δώρα που δεν είχαν φτάσει ακόμα στο κιβώτιο των γονιών σου. Ξέρεις, η οικογένεια μας έχει βαρύνει υπερβολικά πολύ και ο τρόπος που στιγματίζουν γεγονότα και δραματοποιούν απλές κινήσεις αυθορμητισμού απασχολεί τη σκέψη μας σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουμε κι εμείς χιλιοφορεμένες φούστες γυναικών του χωριού.

Τα ωραία ροζ πουλόβερ που θυμίζουν μαμά, άρωμα και νεανικότητα ταυτόχρονα, περνάνε στο τέλος από γυναίκα σε γυναίκα. Το ρούχο ίσως μείνει ακέραιο, αλλά το πρόσωπο αναγκαστικά αλλάζει. Το σώμα παίρνει νέο σχήμα. Τα μανίκια στενεύουν. Το ζιβάγκο πνίγει. Δεν μπορείς να στέκεσαι σε παπούτσια που σου μουδιάζουν τα πέλματα.

Πρέπει να κινηθείς, έστω και ξυπόλυτος. Και αν τρυπήσεις στα αγκάθια, δεν πειράζει, κάποιο νέο μεταξωτό φουλάρι θα σου δωρίσει η τύχη για να τυλιχτείς ξανά και να πεις… “Κέντημα κουτσοχέρας, πρωτότυπο!” Μπορεί ακόμα και να ανοίξεις σχολή για να διδάξεις τον τρόπο που κατάφερες να δέσεις τις ξεφτισμένες σου κλωστές, τόσο ομοιόμορφα που μόνο θαυμασμό μπορείς να εκπέμπεις.

Ήμουν έτοιμη να δεχτώ την αλλαγή. Μάλλον το ένιωσες. Ο μανδύας του μέλλοντος βγήκε από μια κούτα που διέσχισε χιλιόμετρα πάνω από τη γη για να φτάσει στα χέρια μου. Μαλακό και ζεστό μανίκι, με χρωματιστά κυβάκια – πολύτιμα βραχιόλια στους καρπούς. Η διακοσμητική κουκούλα αγκαλιάζει το σβέρκο και μου ψιθυρίζει ενθαρρυντικούς ύμνους για τη νέα διάσταση όπου μου επιβεβαιώνει πως κινούμαι.


 

Πλεκτή ζακέτα, θεόσταλτη από τη Νότια Αμερική.


 

Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

“Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους”

 

 

“Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους”

Συχνά αναρωτιέμαι. Βουίζει η Γη. Μια βόμβα ηχεί στον αέρα. Πέρασαν μέρες και ώρες πολλές και έχω παραμείνει εδώ, στο σκοτάδι. Γεννιέσαι για να ζήσεις ή για να περιμένεις με τρόμο το τέλος σου;

Το πρωί που σηκώθηκα κοίταξα το ρολόι. Πάλι ο χρόνος μικραίνει. Πάλι βρίσκομαι δυο ώρες πίσω απ’ όλα. Πάλι στη βιασύνη, στην αναμονή, στην αμφιβολία.

Τα γκρίζα βατράχια κράζουν πίσω από τ΄ αυτιά σε κάποιο κρύο και βρώμικο πηγάδι του μυαλού. Βαρέθηκα να τ΄ ακούω και εκείνα το κατάλαβαν κι έστειλαν αγγελιοφόρους μυρμήγκια που εξαπλώθηκαν στις ρίζες των μαλλιών μου. Το είδωλό μου διαστρεβλώνεται. Μαχαίρι πέφτει με δύναμη και σπάει το τζάμι. Εφτά χρόνια γρουσουζιάς; Λες και τα προηγούμενα ήταν γεμάτα καλοτυχία. Ήταν ή δεν ήταν, ο άνθρωπος τα βλέπει όλα μαύρα. Και αν η γάτα είναι εφτάψυχη, ο άνθρωπος είναι εφτά φορές γκρινιάρης.

Αναρωτιέμαι συχνά αν είμαι μαριονέτα. Κοιτάζω στον τοίχο πίσω μου τις σκιές. Πράγματι διακρίνω κάποιες γραμμές που δεν είμαι σίγουρη από πού προέρχονται. Να είναι άραγε τα σχοινιά μου; Οι καρποί μου δεν έχουν γύρω τους αλυσίδες, παραδόξως αυτό με κάνει να θυμώνω. Μου λένε πως είμαι ελεύθερη, αλλά οι πόρτες που χτυπάω δεν ανοίγουν. Μόνο λίγο, χαραμάδες στιγμιαίας ελπίδας και επακόλουθης απελπισίας.

Η τηλεόραση με αγριεύει. Τα ποιήματα με μελαγχολούν. Ο μουντός καιρός φέρνει κρύο στη ραχοκοκαλιά μου και πιέζομαι λες και θέλω να σκάσω. Είμαι ψάρι που σπαρταράει στη βροχή. Ζω με σταγόνες. Επιβιώνω. Αλλά γιατί; Πώς πας πέρα από την επιβίωση;

Το νερό είναι μολυσμένο. Ο αέρας είναι άπιαστος. Τα όνειρα έρχονται και φεύγουν. Η έμπνευση ανεξέλεγκτη. Ούτε η φαντασία δεν αρκεί για να οραματιστείς την ουτοπία. Αλλά η ίδια η πραγματικότητα ξεπερνά κατά πολύ τη φαντασία όταν πρόκειται για ιδέες δυστοπικές. Ένα θέατρο παραλόγου. Ένα σατανικό σχέδιο του παρανοϊκού επιστήμονα που σε μια θυελλώδη νύχτα ξύπνησε ξαφνικά με στόχο να παραμορφώσει ό,τι πιαστεί στην παγίδα του, που έστησε στο δάσος έξω απ’ τον στοιχειωμένο πύργο όπου ζει αιώνια μόνος.

Έφτασα στο σημείο να μη φοβάμαι όταν κατάλαβα ότι προχωρώ μέσα στην ίδια την κόλαση. Έκλεισα τα μάτια και χάθηκα στο όνειρο. Ταξίδεψα στο σπίτι του επιστήμονα και ας έβρεχε καταρρακτωδώς. Χτύπησα με θάρρος την πόρτα του. Με καλωσόρισε φορώντας μια στολή που έκρυβε όλο το κεφάλι του. Ούτε τα χέρια του είδα. Φορούσε πράσινα γάντια, πλαστικά. Πρόσεξα έναν κόκκινο λεκέ στο τσεπάκι της στολής του, αλλά δεν το σχολίασα.

Μπήκαμε μαζί στο εργαστήριο. Ανακατεύτηκα από τις αναθυμιάσεις και κρατήθηκα με το ζόρι για να μη λιποθυμήσω.

“Εδώ βράζουμε το μείγμα.”

“Ποιο μείγμα;”

“Ανακατεύουμε όλα τα στοιχεία της φύσης και στον αφρό μαζεύεται το βλαβερό που έχουν μέσα τους. Μετά το παίρνουμε με ειδική πιπέτα και το τοποθετούμε με προσοχή στα γυάλινα φιαλίδια.”

Το γέλιο του με ανατρίχιασε.

“Και μετά;”

“Όταν είναι έτοιμο, μετά από τη διαδικασία της ωρίμανσης, το μοιράζουμε σε όλες τις χώρες, βάζοντάς το στα υδραυλικά δίκτυα.”

“Ποιος είναι ο σκοπός;”

“Η τροφοδοσία του ανθρώπου. Η επιβίωση του είδους, φυσικά.”

“Και αν δεν το κάνατε αυτό, τι θα γινόταν;”

“Πολλά ρωτάς!”

“Απαιτώ να μάθω. Δικαίωμά μου δεν είναι;”

“Δικό σου το όνειρο, δική σου και η ευθύνη.”

“Τι εννοείς;”

“Αν μάθεις, θα είναι πια αργά.”

“Δεν με νοιάζει. Πες μου.”

“Θα παραμορφωνόσασταν όλοι. Ο άνθρωπος είναι όπως τον ξέρεις εξαιτίας αυτής της διαδικασίας. Άλλαξε τη και όλα θα αλλάξουν.”

“Σε τι;”

Με έσπρωξε μέσα στο βραστό νερό. Ένιωσα τη σάρκα μου να καίγεται. Κάτω απ’ την επιφάνεια με τη μύτη κλειστή για να μην πνιγώ, κοίταξα ψηλά και είδα τον αφρό. Έβγαιναν από μέσα μου τα βλαβερά στοιχεία. Ο πόνος ήταν ευχάριστος. Ο άντρας τράβηξε με επαγγελματισμό τον αφρό κι εγώ αισθάνθηκα επιτέλους ελεύθερη. Ο ατμός μου έφυγε από το ανοιχτό παράθυρο και απλώθηκε γύρω από τη Γη.

Ως μόρια οξυγόνου κύλησα μέσα σε πνεύμονες. Από εκεί στο αίμα. Από πληγές στο χώμα. Από το χώμα στο φυτό κι έπειτα έγινα άρωμα λουλουδιού. Ήταν στιγμές που έμπαινα σε τυχαία ρουθούνια. Πλησίαζα τις πύλες του εγκεφάλου. Χτυπούσα πόρτες. Πάλι δεν άνοιγαν. Μπορεί ο αέρας να κινηθεί με δική του βούληση; Ήταν περίπλοκο αλλά όχι ανέφικτο. Αρκεί να κάνεις ένα μικρό βήμα προς το κατάλληλο ρεύμα κάθε φορά.

Με τα πολλά έφτασα κάποια στιγμή στον υπόνομο και από εκεί προχώρησα προς το υδραυλικό δίκτυο. Νερό, νερό, νερό. Αυτό που χρειάζεσαι για να επιβιώσεις. Αυτό που σε κάνει άνθρωπο. Για όλα φταίει το νερό. Αποτελούμαστε κατά 80 τοις εκατό από νερό. Περίπου τόσο και ο πλανήτης Γη. Κατά 70 με 80 τοις εκατό το κακό ελέγχει τις κινήσεις μας. Κατά 20 τοις εκατό έχουμε καλές προθέσεις, ιδέες και ταλέντα. Η μάχη είναι άνιση. Και φταίει το νερό. Είμαστε εξαρτημένοι από το νερό και αυτή η εξάρτηση δηλώνει από μόνη της την τοξική σχέση.

Ως πνοή μπήκα μέσα στην πηγή του κακού και φώναξα με δύναμη: “Σταματήστε ό,τι κάνετε! Τώρα!” Δεν μ’ άκουσε κανείς. Αισθάνθηκα για μια φορά ακόμα εξαπατημένη.

Το πρωί που ξύπνησα, δεν έβλεπα. Είχα πάθει μια ξαφνική μυωπία. Όλα ήταν θολά και μπερδεμένα. Όταν αγαπάς, δεν φοβάσαι τίποτα. Μόνο να μη χάσεις τον άνθρωπό σου. Και όταν τον χάσεις; Τότε καταλαβαίνεις. Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους.

Υπάρχουν μέρες που γράφω ιστορίες. Και άλλες μέρες που δεν γράφω τίποτα. Κάποιες φορές, σπάνια όμως, γίνομαι μια ιστορία. Είναι καλύτερα να ζεις ή να γράφεις; Είναι καλύτερα να παίζεις με τις κούκλες σου ή να είσαι η κούκλα πάνω στη σκηνή;

Το μέτρημα είναι άλλο ένα κακό. Μας έμαθαν αριθμητική για να μετράμε την απόσταση του θανάτου. Μας έμαθαν ιστορία για να περιμένουμε τον επόμενο πόλεμο. Μας έμαθαν Αγγλικά για να ψάχνουμε την επικοινωνία σε άλλη ήπειρο. Μας έμαθαν λεπτομέρειες για να χάνουμε την ουσία. Δεν φταίνε οι δάσκαλοι. Δεν φταίνε οι γονείς. Δεν φταίνε τα παιδιά. Δεν φταίει ο Θεός. Φταίει το σύστημα. Αλλά το σύστημα είναι οι άνθρωποι ή το σύστημα είναι οι δαίμονες; Και οι άγγελοι είναι οι αναρχικοί στις σκεπές μας; Είμαστε ψάρια σε κλουβιά πουλιών. Οι ταυτότητες μας στα σκουπίδια. Τις πήρε το σκουπιδιάρικο για να μας φέρει άλλες. Στον υπόνομο κρυμμένο ένα γράμμα. Λέει πολλά. Χρονοκάψουλα σε γλώσσα γραμμένη για το μέλλον. Δεν την καταλαβαίνουμε.

Αν ζούσαμε μόνο δυο μέρες, όπως οι πεταλούδες, θα πετούσαμε μέσα σε χρώματα και αρώματα. Αν ζούσαμε ένα λεπτό, ένα χαμόγελο έκπληξης και περιέργειας θα ήταν όλη η ζωή μας.

Αν είχαμε αιώνες μπροστά μας, θα λεγόμασταν βαμπίρ.

Όταν ανέβηκα στον πλανήτη θάρρος είδα πυροτεχνήματα από τεχνίτες που ακόνιζαν παράξενα όπλα. Τους μίλησα για τ’ αστέρια. Δεν ήξεραν. Κανείς δεν ξέρει.

Στην άκρη του κόσμου, μια χιονοστιβάδα.

Στον καθρέφτη, ο άλλος μου εαυτός.

Το όχημα μπαίνει με φόρα στον δικό μου κόσμο και με αρπάζει. Με πετάει στην καρότσα. Πάμε βόλτα, ωραία. Η καλή διάθεση απλώνεται και καθαρίζει τα πάντα στο πέρασμά της…

💥

Ο παράδεισος βρίσκεται ανάμεσα στις στιγμές, πριν τις σιωπές, μετά τη λάμψη, κάτω από το άγγιγμα, πάνω από τον ήλιο, μέσα στο φως. Μην ψάχνεις αλλού, μην ψάχνεις εδώ. Έφυγε ο άνθρωπος να πάει να βρει τον παράδεισο, είπε. Όχι. Δεν είναι εκεί. Δεν είναι εδώ. Γιατί ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους. Ο παράδεισος είναι κρυμμένος εκεί όπου η σκέψη δεν έχει τρόπο να μπει.

 

Το παραπάνω διήγημα έχει επίσης αναρτηθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Fractal https://www.fractalart.gr/diigima-o-paradeisos-den-einai-gia-toys-anthropoys/ και έχει συμπεριληφθεί στο ποιητικό ημερολόγιο "Το Πένθιμο Μενταγιόν" https://buymeacoffee.com/iosifidimaria/e/208513

Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Γκρίζο γαλάζιο

  Γκρίζο γαλάζιο

Κάθομαι στο παγκάκι ατενίζοντας το γκρίζο γαλάζιο της Λευκάδας. Τετάρτη μεσημέρι. Έχει μια κουφόβραση που μετατρέπεται σε δροσερό αεράκι καθώς ο ήλιος κρύβεται πίσω απ' τα σύννεφα. Με ζεστό καφέ και τυρόπιτα, αφήνω το βλέμμα μου να καρφωθεί στον G. RIGAS, τη βάρκα που έχω απέναντί μου. Τα περιστέρια μυρίζονται τα ψίχουλα και πατάνε σινιάλο για να μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα. Τα μυρμήγκια συνωστίζονται γύρω απ' τους σκορπισμένους ηλιόσπορους στο πλακόστρωτο.

“Για πες τώρα, Γκρέγκορι; Τι μου προτείνεις;”

Με μακριά μαλλιά τζίβα και σαγιονάρες, τριχωτές γάμπες κάτω από τη βερμούδα και ηλιοκαμένο πρόσωπο, είναι το κατάλληλο άτομο για να καθίσει αυτή τη στιγμή στο παγκάκι δίπλα μου και να μου δώσει τις συμβουλές του για μια καλή ζωή.

Τα γαλανά του μάτια χάνονται στο άπειρο, γίνονται ένα με το νερό. Όμως τα χέρια του κινούνται προς το μέρος μου, κάνοντάς με να πιστέψω πως είναι εδώ, για μένα. Τη στιγμή που τον χρειάζομαι.

“Τι σε απασχολεί;” με ρωτάει.

Δεν του απαντώ, κι έτσι προσθέτει, “Πες το, γλύκα.”

Με τη στάση μου κρατώ απόσταση και του λέω χαλαρά, “Θέλω να είμαι δυναμική και ανεξάρτητη.”

“Είσαι όμως;”

Βρήκε πάλι τον τρόπο να απαντήσει έξυπνα και φιλοσοφημένα.

“Ναι, είμαι”, σηκώνομαι και του φωνάζω. “Για να είμαι αυτή τη στιγμή εδώ, προφανώς είμαι!”

“Μπράβο σου. Ένα φιλάκι τώρα;”

“Όχι φιλάκια.”

Με παρατηρεί καθώς κάθομαι πάλι στο παγκάκι, πιο βαριά από πριν. Τα βλέμματά μας συναντιούνται. Αναστενάζω και του λέω, “Γιατί;”

“Να μια καλή ερώτηση!”

“Γιατί;” επαναλαμβάνω, μπερδεμένη, στρέφοντας όλη την προσοχή μου στα χείλη του που μυρίζουν κρασί μεταλαβιάς και ετοιμάζονται να μου δώσουν την απάντηση που ψάχνω, ίσως αιώνες τώρα.

“Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους. Όταν όλα είναι όμορφα, κουράζει, γίνεται βαρετό. Ο άνθρωπος τα χαλάει όλα μόνος του για να σπάσει τη μονοτονία.”

Έγειρε την πλάτη στο παγκάκι, έσμιξε τα φρύδια και άφησε τα χέρια χαλαρά στα γόνατα. Για λίγο χάθηκα κι εγώ στη θάλασσα των ματιών του και αναρωτήθηκα από ποιες εμπειρίες να πηγάζει η δική του θλίψη, η υποχρεωτική σκληρότητα, η φιλοσοφημένη ωριμότητα.

Η ανάσα του έγινε απαλό αεράκι στα μαλλιά μου και μου γαργάλησε το μάγουλο. Δυο σπουργίτια ήρθαν να παίξουν με τα τσόφλια απ' τους ηλιόσπορους. Να, κι άλλο ένα.

Ο Γκρέγκορι σηκώθηκε και έκανε ένα βήμα μπροστά. Λες και μεταμορφώθηκε ο ίδιος σε ένα από τα σπουργίτια, δεν τον έβλεπα πια, μόνο άκουγα τη φωνή του στα κριτσανίσματα των σπουργιτιών, στα φτεροκοπήματα. Τα τελευταία του λόγια αντηχούσαν ακόμη πίσω από τον θόρυβο των αυτοκινήτων, κάτω απ' τη βοή του αεροπλάνου, πέρα απ' τις μακρινές ομιλίες. Στο γάβγισμα του σκύλου, στο κελάηδημα, στον θερμό ήλιο που επέστρεψε τώρα στο σβέρκο μου, στη ζωή που φάνηκε να είχε κάνει παύση για τη μισή ώρα του μεσημεριού... Σε αυτό το σπουργίτι που μου φωνάζει με απαίτηση και κρατσανίζει ακόμα τις φλούδες.

Τα περιστέρια ζουν τον έρωτά τους, κι εγώ τον δικό μου, ακατανόητο, που μου έφυγε μέσα απ' τα χέρια. 

 



Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

Φεγγάρι και Ήλιος

 

 Φεγγάρι και Ήλιος

 
Μυρωδιά από μωβ και λευκά πέταλα
Ονειρικά σκορπισμένα στον αέρα
Τα χαμόγελά μας

Ταξίδι με τρένο στο πλευρό σου
Όποια απόσταση κι αν μας χωρίζει,
Είναι γέφυρα, όχι τείχος
Είμαστε μαζί,
στον χορό των πλανητών

Όταν όλα είναι όμορφα, ο πόνος δεν έχει θέση
Σβήνει γρήγορα, αφήνοντας πίσω
ευγνωμοσύνη και ωριμότητα.

27/3/2022, Ποιητικό ημερολόγιο - Το Πένθιμο Μενταγιόν

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

Γυναικεία Ανάσταση (λίγο πριν το Πάσχα)

 

Γυναικεία Ανάσταση (Λίγο πριν το Πάσχα)


Τρεις μέρες και τρεις νύχτες

μπήκα στη σπηλιά μου, ανάσκελα.

Με νεκρωμένα μέλη, βρύσες στα μάτια

και πένθιμες μελωδίες,

λυγμούς για το χαμένο όνειρο.


Ο παράδεισος με είχε μόλις ρίξει άξαφνα

στη μαύρη κόλαση του τέλους.


Το ζεστό νερό έρεε στα μαλλιά μου,

ποτίζοντας την ξεραμένη ψυχή.

Μια φωνή τότε μέσα μου είπε,

το πένθος αυτό δεν θα κρατήσει πολύ.


Την Κυριακή αναστήθηκα. Ψήλωσα, γέλασα.

Από κορίτσι έγινα γυναίκα.


26/3/2022, Ποιητικό ημερολόγιο - Το Πένθιμο Μενταγιόν

 



Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


XII. Προς το χαμένο κείμενο

Προχθές τη νύχτα
ήρθες και με ακούμπησες στο μέτωπο
τρυφερά
Ανοιγόκλεισα τα μάτια
δεν σηκώθηκα
δεν άναψα το φως
Άφησα το σώμα μου, βαρύ, να πέφτει προς τη γη

Σου είπα πως θα κοιμηθώ
ή το κατάλαβες
Αν θέλεις, σου πρότεινα, να έρθεις πάλι αύριο το πρωί
Πέρασαν δυο μέρες και ακόμη να φανείς
Ήρθαν οι φίλοι και τα ξαδέρφια σου
αλλά εσένα δεν σε είδα πουθενά
Σε κάποιου άλλου το ημερολόγιο
θα έχεις ξαπλώσει

Ελπίζω τουλάχιστον
να βρήκες
το καζάνι με τα υλικά,
τα βότανα
τη σκόνη που είχες ανάγκη
να αποκτήσεις σάρκα και οστά
Να βρήκες χείλη που σου ψιθύρισαν
ξόρκια
της γέννησής σου
φτερά και τρίχες
να βρήκες όλα εκείνα
που κουρασμένη, αρνήθηκα να σηκωθώ, 
να τα μαζέψω και να τα ανακατέψω 
για σένα
 
Σε μωβ φωτιές και χρυσόσκονη
θα 'θελα να σε ντύσω
Σε κάποιου άλλου το ημερολόγιο
θα κοιμάσαι τώρα,
ελπίζω

Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

ΜΕΛΑΝΙ ΑΠΟ ΦΛΕΒΑ

 

 XI. Μελάνι από φλέβα

Ποιήματα είναι τα στιγμιότυπα
της ταινίας
της ζωής μας
Όταν γράφεις
πρωταγωνιστείς
σε καθημερινά επεισόδια
προβαλλόμενα στο χαρτί
Για να γράψεις
πρέπει να ξεχάσεις
ότι ζεις
μια αληθινή ζωή
και αντί γι΄ αυτήν
να επιλέξεις
τη μυθοπλαστική
ροή των πραγμάτων
 
Η ανάσα υγροποιείται σε μελάνι
το στυλό στο χέρι λιώνει
σαν κερί
καθώς πέφτει η νύχτα
και η έμπνευση ξυπνάει
Γράφεις
το μελάνι στερεύει
πριν το ξημέρωμα
διαπιστώνεις
από κάπου ανατροφοδοτείται
Θα 'ναι από τις φλέβες στους καρπούς σου
αποφασισμένοι, καθώς είναι,
να τα αποκαλύψουν όλα
Γράφεις για να ζεις
ως ηρωίδα
και ζεις με γενναιότητα
για να γράφεις
ολοένα και πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια
με καλύτερα πλασμένους,
πιο “ζωντανούς” χαρακτήρες
Ζεις μυθιστορηματικά
για να γράφεις αλήθειες

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ


 X. Το όνομα μου

Επιστρέφω από δίωρο περπάτημα
κοιτάζομαι στον καθρέπτη
Αυθόρμητα, ανοίγω το στόμα μου
αποφασίζω να μου μιλήσω
Απευθύνω τον λόγο σ' εμένα, σε δεύτερο πρόσωπο
Έτσι τριγυρνώ και ψεκάζω στο φυτό υγρασία
ενώ διασκεδάζω
με την προφορά του δικού μου ονόματος,
κάτι που σπάνια έχω την ευκαιρία
να απολαύσω
Τη γεύση των πέντε γραμμάτων,
απ' τον λαιμό προς τα χείλη
Μιλώντας σε εμένα, θα πω
Κουράστηκες Μαρία;
Ορίστε κυρία
Συνειδητοποιώ στιγμιαία πως το όνομά μου έχει κάτι το ειρωνικό
Ίσως γι' αυτό αισθάνομαι
ότι με ειρωνεύονται οι άλλοι
όταν με καλούν
Δεν φταίει η Παναγία
ούτε οι Ισπανίδες βασίλισσες
Ίσως να φταίει αυτό το 'ρο'
που έχει κάτι το προσποιητό
που παίζει παιχνίδια μέσα απ' τα δόντια
άλλοτε με αυτοπεποίθηση κι άλλοτε ντροπαλό
Ίσως να φταίει αυτό το 'α'
που αφήνει όλο υπονοούμενα
Το 'Μα' που στάζει μέλια και αμφιβολίες
Το 'ι' που σοκάρει, με πράγματα απλά
κοινά και ανθρώπινα
Μαρία
Το όνομά μου έχει κάτι το ειρωνικό
Τώρα κατάλαβα γιατί αισθάνομαι άβολα
στις προσφωνήσεις

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ


 IX. Το μπουκάλι

Ήμουν ένα μπουκάλι με κλειστό πώμα.
Όταν το πώμα επιτέλους πετάχτηκε,
ξεχείλισε το νερό.
Με έπνιγε.
Μου έκλεινε το στόμα.
Τώρα μιλάω καθαρά,
γελάω ειλικρινά
και δεν γνωρίζω γιατί
και πώς,
είχα καταφέρει να σφραγίσω έτσι τον εαυτό μου.
Δεν αισθάνομαι πια πίεση στο στήθος
ούτε βάρος στους ώμους
ούτε τρέμουν τα πόδια μου.
Δεν στροβιλίζεται η σκέψη μου σε κλειστοφοβικά ασανσέρ.
Αγγίζω το παρόν, χωρίς να το σιχαίνομαι.
Ψηλαφώ τα σωματίδια του αέρα, δίχως να φοβάμαι πως θα τα σβήσω σε μία λάθος κίνηση.
Κάθε ανάμνηση φέρνει χαμόγελο
παρόλο που μέσα της, σκύβω το κεφάλι
Κάθε παρόρμηση με απομακρύνει όλο και περισσότερο
από το μπουκάλι
που πλέει στα ίδια του τα πελάγη
Κάθε λέξη μετατρέπεται σε οξυγόνο
να δίνει ζωή στην επόμενη
Στον βυθό φυτρώνουν κοράλια
διασωσμένα από τον κίνδυνο της εξαφάνισης
Στην επιφάνεια έρχονται κι άλλα μπουκάλια, των ανθρώπων που συναντώ.
Φυσαλίδες οι συζητήσεις μας
για να ξεχνάμε το μίσος
και να ανοίγουμε δρόμο στα σύννεφα
εξερευνώντας τα όρια
πέρα από της γης
τα σύνορα μιας μέρας.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

ΟΛΑ ΚΑΛΑ



 VIII.  Όλα καλά
Δύσκολο να σκιαγραφήσω
την αγάπη μου για σένα
Απεριόριστα τα σημάδια,
απεριόριστες οι σιωπές
Έτσι αγγίζεις
τις πιο κρυφές μου χορδές
Να δεις πόσο βαθιά
θα σε αφήσω να με πονάς,
ενώ θα τραγουδώ
τις μελωδίες εκείνης
της παλιάς
κιθάρας στη γωνία

Από τα βάθη του πόνου,
δύσκολο να γίνω κατανοητή
Από το χαμόγελο που βλέπεις
ή φαντάζεσαι,
δύσκολο να λάμψει ο χρόνος
Ένα είδος χρόνου
που δεν στερεύει,
απεριόριστος και αυτός

Έχουμε περάσει
από τα όρια της τοξικότητας
Μεθάω
Μέχρι το αίμα
να γίνει νερό από άλλο πλανήτη
Νηστεύω
Μέχρι να ξεχάσω
ότι κάποτε μου έλειψες
Σε ήπια λαίμαργα
και δεν πρόκειται να αυτομαστιγωθώ γι' αυτό
Σε ρούφηξα σαν οπτασία
Αρνήθηκα να ανοίξω τα βλέφαρά μου
Ήσουν δίπλα μου
και φοβήθηκα να σε αγγίξω
γιατί δεν ήθελα να χαθείς
 
Σε κρατώ
με πείσμα
στη φαντασία μου
Ζωντανός ήχος
Εικόνα που ξέφυγε
από κάποιο παλιό βιβλίο
Και έπεσε
μέσα στα χέρια μου
Δεν ξέρω τι να κάνω τώρα
με αυτήν εδώ
να την τυλίξω σε ρολό
ή να την κρεμάσω
στον τοίχο της κουζίνας

Να κοιμηθώ μαζί της αγκαλιά
ή να την πετάξω στα σκουπίδια

Και να με σκότωνες
με τη δόση αυτή τη μεγάλη
τόσο δυνατή η παρουσία σου
για τον αδύναμο οργανισμό μου
πάλι θα έπινα
πάλι θα διάλεγα να μεθύσω
δίχως επιλογή
αυθόρμητα
πάντα διαλέγω να ναρκώνομαι
από ό,τι μου αρέσει
Απότομα επέστρεψες
Δεν κατάλαβα
σε ποιον αριθμό
αντιστοιχούσε το όνειρο της επιστροφής
Δεν πρόσεξα
αν υπήρχαν γύρω μου σημαίες
που έγραφαν με μεγάλα γράμματα
να προσέχω
Δεν αναρωτήθηκα
αν θα έφευγες ή αν θα έμενες
Δεν με ένοιαζε
τίποτα
περί της πραγματικότητας
καθώς έπινα
αργά
το ποτό μου

και με ζάλισε τόσο
που ξέχασα να τινάξω
από τα χώματα τις χορδές
και να πω ένα νέο τραγούδι
έτσι είπα πάλι εκείνο το γνωστό
και μου φάνηκε να μεταφέρομαι σε άλλο χρόνο
κάπου προς τα πίσω πήγαινα
αλλά υπήρχε παρόν στο όνειρο αυτό
και δυσκολεύτηκα να βρω τον δρόμο
για να συνδέσω τα σημεία του χάρτη

κάπως έτσι ξέμεινα στην άλλη πλευρά
μίας συρόμενης πόρτας
ανάμεσα σε ξένους
και σε μια θέση ακούνητη
που με γυρνούσε ολοταχώς προς τα πίσω
Μεθυσμένη κοιμήθηκα
και όταν ξύπνησα
χαμογελούσα ακόμη
από την έκσταση

Και να με σκότωνε
η δόση αυτή, της παρουσίας σου
πάλι ναι θα έλεγα
Όμως δεν πέθανα και ας ήπια λαίμαργα από την εικόνα σου
τα μάτια
το γέλιο
τη στάση
τα λόγια σου τα γνωστά

Αναστήθηκα για άλλη μια φορά
Μάλλον έχω πάθει ανοσία πλέον
Τρελή μέσα στην καθαρή λογική μου
Τολμηρή λίγο πριν λιποθυμήσω,
στο στιγμιότυπο προτού σε δω

Όμως δεν έπεσα
Ήθελα να το ζήσω με κάθε κόστος
Και δεν πλήρωσα τίποτα τελικά
Μάλλον μου το χρωστούσες
Έτσι, όλα καλά


Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Καλώς ήρθες



 VII. Καλώς ήρθες


Καλώς ήρθες

Δεν θα πεθάνεις ποτέ

δεν θα φύγεις

πάντα δίπλα μου, εσύ


Πάντα στη ζωή

με οξυγόνο απ' τη δική μου καρδιά

θα λάμπεις με το φως

των δικών μου ματιών


Δεν θα σε αφήσω ποτέ

από τη σκέψη μου να σβήσεις

Σε κάθε γωνία του μυαλού και του σπιτιού,

παντού σε ξαναβρίσκω


Δεν λέμε αντίο

Μόνο καλώς ήρθες

Κοιμήσου, μη φοβάσαι

δεν θα πεθάνεις ποτέ

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...