Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Γκρίζο γαλάζιο

  Γκρίζο γαλάζιο

Κάθομαι στο παγκάκι ατενίζοντας το γκρίζο γαλάζιο της Λευκάδας. Τετάρτη μεσημέρι. Έχει μια κουφόβραση που μετατρέπεται σε δροσερό αεράκι καθώς ο ήλιος κρύβεται πίσω απ' τα σύννεφα. Με ζεστό καφέ και τυρόπιτα, αφήνω το βλέμμα μου να καρφωθεί στον G. RIGAS, τη βάρκα που έχω απέναντί μου. Τα περιστέρια μυρίζονται τα ψίχουλα και πατάνε σινιάλο για να μαζευτεί και η υπόλοιπη παρέα. Τα μυρμήγκια συνωστίζονται γύρω απ' τους σκορπισμένους ηλιόσπορους στο πλακόστρωτο.

“Για πες τώρα, Γκρέγκορι; Τι μου προτείνεις;”

Με μακριά μαλλιά τζίβα και σαγιονάρες, τριχωτές γάμπες κάτω από τη βερμούδα και ηλιοκαμένο πρόσωπο, είναι το κατάλληλο άτομο για να καθίσει αυτή τη στιγμή στο παγκάκι δίπλα μου και να μου δώσει τις συμβουλές του για μια καλή ζωή.

Τα γαλανά του μάτια χάνονται στο άπειρο, γίνονται ένα με το νερό. Όμως τα χέρια του κινούνται προς το μέρος μου, κάνοντάς με να πιστέψω πως είναι εδώ, για μένα. Τη στιγμή που τον χρειάζομαι.

“Τι σε απασχολεί;” με ρωτάει.

Δεν του απαντώ, κι έτσι προσθέτει, “Πες το, γλύκα.”

Με τη στάση μου κρατώ απόσταση και του λέω χαλαρά, “Θέλω να είμαι δυναμική και ανεξάρτητη.”

“Είσαι όμως;”

Βρήκε πάλι τον τρόπο να απαντήσει έξυπνα και φιλοσοφημένα.

“Ναι, είμαι”, σηκώνομαι και του φωνάζω. “Για να είμαι αυτή τη στιγμή εδώ, προφανώς είμαι!”

“Μπράβο σου. Ένα φιλάκι τώρα;”

“Όχι φιλάκια.”

Με παρατηρεί καθώς κάθομαι πάλι στο παγκάκι, πιο βαριά από πριν. Τα βλέμματά μας συναντιούνται. Αναστενάζω και του λέω, “Γιατί;”

“Να μια καλή ερώτηση!”

“Γιατί;” επαναλαμβάνω, μπερδεμένη, στρέφοντας όλη την προσοχή μου στα χείλη του που μυρίζουν κρασί μεταλαβιάς και ετοιμάζονται να μου δώσουν την απάντηση που ψάχνω, ίσως αιώνες τώρα.

“Ο παράδεισος δεν είναι για τους ανθρώπους. Όταν όλα είναι όμορφα, κουράζει, γίνεται βαρετό. Ο άνθρωπος τα χαλάει όλα μόνος του για να σπάσει τη μονοτονία.”

Έγειρε την πλάτη στο παγκάκι, έσμιξε τα φρύδια και άφησε τα χέρια χαλαρά στα γόνατα. Για λίγο χάθηκα κι εγώ στη θάλασσα των ματιών του και αναρωτήθηκα από ποιες εμπειρίες να πηγάζει η δική του θλίψη, η υποχρεωτική σκληρότητα, η φιλοσοφημένη ωριμότητα.

Η ανάσα του έγινε απαλό αεράκι στα μαλλιά μου και μου γαργάλησε το μάγουλο. Δυο σπουργίτια ήρθαν να παίξουν με τα τσόφλια απ' τους ηλιόσπορους. Να, κι άλλο ένα.

Ο Γκρέγκορι σηκώθηκε και έκανε ένα βήμα μπροστά. Λες και μεταμορφώθηκε ο ίδιος σε ένα από τα σπουργίτια, δεν τον έβλεπα πια, μόνο άκουγα τη φωνή του στα κριτσανίσματα των σπουργιτιών, στα φτεροκοπήματα. Τα τελευταία του λόγια αντηχούσαν ακόμη πίσω από τον θόρυβο των αυτοκινήτων, κάτω απ' τη βοή του αεροπλάνου, πέρα απ' τις μακρινές ομιλίες. Στο γάβγισμα του σκύλου, στο κελάηδημα, στον θερμό ήλιο που επέστρεψε τώρα στο σβέρκο μου, στη ζωή που φάνηκε να είχε κάνει παύση για τη μισή ώρα του μεσημεριού... Σε αυτό το σπουργίτι που μου φωνάζει με απαίτηση και κρατσανίζει ακόμα τις φλούδες.

Τα περιστέρια ζουν τον έρωτά τους, κι εγώ τον δικό μου, ακατανόητο, που μου έφυγε μέσα απ' τα χέρια. 

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...