Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024

Η επιστροφή της Άναμπελ Λη

 


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΝΑΜΠΕΛ ΛΗ - ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ - ΤΑΙΝΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ

Για λίγο, μπήκα στη θέση ενός φαντάσματος που ταλαιπωρεί τον ονειροπόλο ποιητή και τον γεμίζει με τύψεις για υποσχέσεις αγάπης που δεν μπόρεσε να τηρήσει. 

Η νεαρή αγαπημένη του έφυγε από τη ζωή, αλλά εκείνος δεν βρίσκεται πια πουθενά. Eίναι μετέωρος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Δεν κατάφερε να την κρατήσει ζωντανή (ούτε την ίδια, ίσως ούτε την αγάπη του) και δεν αφήνει τον θάνατο να του κλέψει το σημαντικότερ που έχει: μια θλιμμένη ονειροπαρσία για μια αγάπη που ίσως ήταν αληθινή και ίσως είναι ακόμα ζωντανή. 

Το φάντασμα τρέφεται από την αδυναμία του ποιητή και την κλίση του προς τις άσκοπες φαντασιώσεις, ζωντανεύοντας μέσα από τη δική του δυσκολία αναπνοής. Κλέβει ζωή αυτή, κλέβει θάνατο εκείνος. Γιατί ορισμένες φορές χρειαζόμαστε τα φαντάσματα ως μια γλυκιά παρηγοριά και μια αδικαιολόγητη επιθυμία για αυτοκαταστροφή.

Σε πολλά γραπτά του Πόε υπάρχει η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και είναι πράγματι πολύ γλυκιά αυτή η τρομακτική αίσθηση απέραντης απελπισίας, τόσο γλυκιά που σχεδόν νιώθεις πως η συνάντηση με τον θάνατο έχει τον τρόπο να προσφέρει στο τέλος, τη ζωή.

Μια εξήγηση είναι πως στην αποδοχή του θανάτου, βρίσκεται η αποδοχή της ζωής.


Σημειώνω επίσης πως αγαπημένο βιβλίο που διάβασα φέτος ήταν η συλλογή με διηγήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, "21 Ιστορίες και το Κοράκι" από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, έτος έκδοσης 2013 με εξαιρετική μετάφραση!!!

  Happy Haloween! 


Δική μου διασκευή για μονόλογο του ποιήματος "Άναμπελ Λη" του Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Οι άγγελοι, ούτε στο μισό τόσο ευτυχισμένοι στον παράδεισο,

μας φθονούσαν.

Ναι, αυτός είναι ο λόγος, όπως όλοι γνωρίζουν σε αυτό το βασίλειο,

δίπλα στη θάλασσα,

που ο άνεμος βγήκε από ένα σύννεφο τη νύχτα, 

με πάγωσε και με σκότωσε.


Αλλά η αγάπη μου, 

ήταν πολύ πιο δυνατή από τη δική σου αγάπη,

αν και ήσουν μεγαλύτερος και σοφότερος.


Ούτε οι άγγελοι στον παράδεισο ψηλά, 

ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα,

μπορούν ποτέ να διαχωρίσουν την ψυχή σου

από την ψυχή της όμορφής σου, Άναμπελ Λη.


Γιατί το φεγγάρι ποτέ δεν φέγγει,

χωρίς να σου φέρει όνειρα

και τ' αστέρια, ποτέ πια δεν ανατέλλουν, 

αλλά νιώθεις τα λαμπερά της μάτια

που σε κοιτάζουν.


Κι έτσι, με τη νυχτερινή παλίρροια,

έλα, ξάπλωσε στο πλευρό μου.

Είμαι η αγαπητή, η αγαπημένη σου, 

η ζωή και η νύφη σου.

Είμαι εδώ, στο μνήμα δίπλα στη θάλασσα,

στο κύμα που σκάει άγρια πάνω στα βράχια,

στον τάφο που με άφησες κλεισμένη.

Έλα, είμαι εδώ. Η ωραία σου, Άναμπελ Λη.


Annabel Lee by Edgar Allan Poe

It was many and many a year ago,

In a kingdom by the sea,

That a maiden there lived whom you may know

By the name of Annabel Lee;

And this maiden she lived with no other thought

Than to love and be loved by me.


I was a child and she was a child,

In this kingdom by the sea,

But we loved with a love that was more than love—

I and my Annabel Lee—

With a love that the wingèd seraphs of Heaven

Coveted her and me.


And this was the reason that, long ago,

In this kingdom by the sea,

A wind blew out of a cloud, chilling

My beautiful Annabel Lee;

So that her highborn kinsmen came

And bore her away from me,

To shut her up in a sepulchre

In this kingdom by the sea.


The angels, not half so happy in Heaven,

Went envying her and me—

Yes!—that was the reason (as all men know,

In this kingdom by the sea)

That the wind came out of the cloud by night,

Chilling and killing my Annabel Lee.


But our love it was stronger by far than the love

Of those who were older than we—

Of many far wiser than we—

And neither the angels in Heaven above

Nor the demons down under the sea

Can ever dissever my soul from the soul

Of the beautiful Annabel Lee;


For the moon never beams, without bringing me dreams

Of the beautiful Annabel Lee;

And the stars never rise, but I feel the bright eyes

Of the beautiful Annabel Lee;

And so, all the night-tide, I lie down by the side

Of my darling—my darling—my life and my bride,

In her sepulchre there by the sea—

In her tomb by the sounding sea.







Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024

Το λούτρινο στην παραλία



Το λούτρινο στην παραλία


Τα μεσημέρια που ο ήλιος έκαιγε και οι φυσιολογικοί πολίτες κρύβονταν στις σκιές, μια κυνηγός ορφανών ονείρων και παρατηρήτρια του κενού, διέσχιζε τα έρημα, καυτά μονοπάτια του τόπου που ήταν γι' αυτήν το δικό της μοναστήρι. Σε διαρκή επανάληψη ατένιζε το γαλάζιο που απλωνόταν ως το τέρμα του ορίζοντα κάτω από τα επιβλητικά βράχια. Τα βράδια, όμως, το σκοτάδι κι η υγρασία τύφλωναν την ψυχή της και καθώς η νύχτα ούρλιαζε μέσα της, είχε την ανάγκη να αγκαλιάζει σφιχτά ένα λευκό λούτρινο με κόκκινα αυτιά. 

Το αγαπούσε σαν κάτι ζωντανό, γιατί στ' αλήθεια εκείνες τις ώρες ένιωθε μόνη, χωρίς κουπί στη μέση ενός ωκεανού και το άγνωστο για να το διασχίσεις χρειάζεται πάντα ένα χέρι να κρατάς - είτε ανθρώπου, είτε Θεού, είτε τουλάχιστον μιας οπτασίας. Το λούτρινο, παρά την κόκκινη καρδιά στα χέρια, δεν ήταν κάποιου πρώην κι είχε αποκτήσει στο σταθερό βλέμμα του την αιώνια παρουσία, ενώ στο σφίξιμο μέσα στη χούφτα της, τη βοηθούσε να κλείσει τα μάτια. Ωστόσο, αφού πέρασαν λίγοι μήνες κατά τους οποίους συνέχιζε αυτή τη ντροπιαστική για την ηλικία της, αλλά αναγκαία συνήθεια, σαν να απογαλακτίστηκε για δεύτερη φορά, άφησε αυθόρμητα το λούτρινο επάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης. 


Τα πνεύματα, όμως, που κάθονταν στα παράθυρα και την παρακολουθούσαν, βλέποντας τη να δείχνει τόση αφοσίωση σε μια οντότητα χωρίς κύτταρο ή ψυχή, αποφάσισαν να κάνουν επίσης κάτι πρωτοφανές. Αφού οι άγγελοι τα κανόνισαν όλα, στάθηκαν στη μέση του παραλιακού δρομίσκου και την περίμεναν να φανεί στη στροφή, μετά από την κλειστή ταβέρνα του Σωκράτη. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε πρόσφατα πεθάνει, έτσι κάθισε μαζί τους για να δει τις εξελίξεις. 

Καθώς η γυναίκα προχωρούσε στο συνηθισμένο μονοπάτι, άκουσε ξαφνικά ένα νιαούρισμα. Σταμάτησε απότομα. Μπροστά της είχε πεταχτεί, πεινασμένο, ένα λευκό στο σώμα γατάκι, με πορτοκαλί αυτιά και όμοια ουρά. Ζητούσε απαιτητικά την προσοχή της. Το κοίταξε, μη μπορώντας να το αγνοήσει. Έμοιαζε βγαλμένο από τους αφρούς της θάλασσας, τόσο λευκό και αστραφτερό που φαινόταν κάτω απ' τον ήλιο, τριγυρνώντας εκεί όπου έσκαγε το κύμα. 

Η παρουσία του την είχε μαγνητίσει. Σαν αποκύημα της φαντασίας της, σαν ένα όνειρο ορφανό από αυτά που έψαχνε διαρκώς, είχε γεννηθεί από το αίσθημα βαθιάς πίστης. Έσκυψε απλώνοντάς του το χέρι κι εκείνο ήρθε αμέσως στην αγκαλιά της, με βλέμμα γνώριμο και μια ιδέα πως επέστρεφε επιτέλους στη μάνα του. Το λούτρινο είχε ζωντανέψει.








Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2024

Η επιστροφή


Η επιστροφή


Στρέφω το βλέμμα μου πέρα από τα πέτρινα παγκάκια

στην αφρισμένη θάλασσα

που γνώριμη μου μοιάζει

Στα ίδια βότσαλα,

όπου κάποτε βρέθηκα με παιδικά παπούτσια,

φτάνω σαν ναυαγός

από άλλη εποχή σταλμένη,

πίσω στον χρόνο

Σαν Deja vu

μα δεν είναι, όχι

ούτε πρόκειται για όνειρο

κι ας μοιάζει με όνειρο η ανάμνηση


...Τρέχω νύχτα 

σε μια άμαξα με άλογα, αποκοιμιέμαι

σαν πριγκίπισσα

γιορτάζω

Τ΄ άστρα του ουρανού με βλέπουν μόνο

να γελώ με την ψυχή μου

μόνη

σε μια σκοτεινή παιδική χαρά

με θαμπό φως από μια λάμπα του δρόμου

Αγγίζω τις σόλες των παπουτσιών μου στα ίδια, αυτά εδώ, τα βότσαλα

Κινούμαι, σαν να πετώ

στον σκοτεινό ουρανό

Άστρο γίνομαι,

σκορπιέμαι σαν ευχή

η ευχή του μέλλοντος...

Η ανάμνηση γίνεται στόχος

λες και εύχομαι στο μέλλον να φέρω πίσω το παρελθόν

Όχι, δεν θέλω το παρελθόν

θέλω στο παρόν την αλήθεια

την ψυχή, το φως, το αστέρι  -

αυτήν εδώ,

εκείνη εκεί, 

τη χαρά της ζωής που χτυπάει απαλά σαν το θαλασσινό νερό στα βράχια -

κι ο άνεμος φουντώνει άξαφνα

μα δεν με τρομάζει,

αρπάζω λίγη από τη δύναμή του, έτσι στα κλεφτά


Μόνο τα βήματα των αλόγων ακούω πάλι, καθώς χτυπούν γοργά πάνω στην άσφαλτο 

σέρνοντας τις ρόδες της άμαξας

που κινείται αδιάκοπα σε μια κουκκίδα του χρόνου

Ποτέ δεν σταμάτησε

ποτέ δεν κατέβηκα

είμαι ακόμη επάνω σ' εκείνη την άμαξα

βυθισμένη

σε μια κουκκίδα που ολοένα μεγαλώνει

και με ωθεί ξανά, να στρέφω το βλέμμα,

στην έρημη πια,

παιδική χαρά

Να οσφραίνομαι το αλάτι, 

να θρέφομαι με ήλιο

και να χάνομαι στο πριν, όπου όλα ζωντανεύουν πάλι


Αυτή είναι η επιστροφή μου

σ' εναν τόπο που έχει αφήσει το αποτύπωμά του 

σ' ένα κομμάτι της προσωπικότητάς μου

Έχει χαραχτεί και δεν ξεχνιέται


Είναι από εκείνες τις στιγμές που βρίσκεις, 

συχνά τον εαυτό σου να επιστρέφει, τυχαία, 

και ν' αναγεννιέται,

να ξαναβρίσκει τα χαμένα κομμάτια του, καθώς ταξιδεύουν κατά μήκος του χρόνου

και τον συναντούν, σαν φίλο από τα παλιά,

σε μια έρημη πια, 

παιδική χαρά


Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...