Αφήνεις το ραδιόφωνο/ τυχαία playlist κλπ. να παίζουν και από τα τραγούδια που ακούς ξεκινάς να γράφεις συνειρμικά, βάση λέξεων/φράσεων/ρυθμού.
Δες για παράδειγμα: ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ
Λίστα λέξεων 📝
Γράφεις 30 τυχαίες λέξεις και για τον μήνα που ακολουθεί θα γράφεις καθημερινά από ένα κείμενο με πηγή έμπνευσης μία λέξη.
Ξεκινάς την κάθε μέρα σου διαλέγοντας αριθμό λέξης από το 1 ως το 30 στην τύχη για να βρεις τη λέξη της ημέρας.
Μπορεί να καταλήξεις με ένα κείμενο που δεν έχει καμία σχέση με τη λέξη ή δεν υπάρχει καν στο κείμενο, αλλά μπορεί επίσης να σχετίζεται και να χρησιμοποιείται. Αυτή είναι η μαγεία μιας πηγής έμπνευσης. Δρα με μυστήριο τρόπο. Στα κρυφά σε οδηγεί σε μονοπάτια που είχες ανάγκη να φτάσεις, σε αυτό που έχεις μέσα σου για να εκφράσεις χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι.
Επίσης κατι αντίστοιχο θα μπορούσες να κάνεις χρησιμοποιώντας φωτογραφίες.
Βόλτα 🧣
στη φύση ή στο κέντρο της πόλης (είτε μόνος ως παρατηρητής είτε με παρέα βιώνοντας χαλαρά τη στιγμή)
Στο ένα άκρο η απομόνωση σε βοηθάει να ανασύρεις κάτι από τα βάθη της ψυχής σου και στο άλλο άκρο η ένωση με το πλήθος ανασύρει συλλογικές σκέψεις, επιθυμίες και ανάγκες.
Αυτό προσωπικά με βοηθάει να αισθανθώ τον παλμό της εποχής αλλά και της ανθρωπότητας γενικότερα ώστε στα έργα μου να αντικατοπτρίζεται κάτι από το σύνολο.
Από το προσωπικό στο συλλογικό, λοιπόν, και η έμπνευση δεν σταματά γιατί ο άνθρωπος δεν σταματά ποτέ να προβληματίζεται και να χρειάζεται απαντήσεις στα οποία η τέχνη μπορεί να προσφέρει παρηγοριά αλλά και διέξοδο, άμεσα, με τρόπο μοναδικό.
Άρα, η γραφή είναι είδος μουσικής. Η μουσική της σιγής.
Την ακούς πίσω από τ' αυτιά, στο μυαλό και στο σώμα.
Δεν μπορείς να την αγγίξεις,
μα δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει.”
7
Το Χαμένο Σώμα
Σε μία καρέκλα στη γωνία. Εκεί με είχαν τοποθετήσει. Ήμουν πολύ καλά τακτοποιημένη και όλοι θεωρούσαν δεδομένη αυτή τη θέση μου. Όταν έκανα οποιαδήποτε ελάχιστη κίνηση για να ξεμουδιάσω, όπως το να φέρω το ένα πόδι πάνω στο άλλο, για παράδειγμα, ή να ακουμπήσω πιο άνετα την πλάτη μου, τότε, τα ποδαράκια της καρέκλας έβγαζαν έναν ήχο ως ειδοποιητήριο για όλους τους άλλους. Με το τρίξιμο, κεφάλια γύριζαν αμέσως προς το μέρος μου.
Σε μία τέτοιου είδους κίνηση, αυθόρμητη και αθώα, είδα ένα κερί από το πλήθος να στρέφεται κατά πάνω μου.
Τα ιδρωμένα μου μάγουλα φωτίστηκαν.
Απέσυρα τα μάτια, ξαφνιασμένη. Ζέστη πολλή και πλήθος, ασφυκτικά είχαν γεμίσει το στήθος μου.
Χαμήλωσα το βλέμμα και προσπάθησα να τους αγνοήσω, παριστάνοντας πως συνέχιζα να διαβάζω το βιβλίο μου, όσο πιο αθόρυβα ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Μόνο το θρόισμα της σελίδας ακουγόταν, το σημείο επαφής των δαχτύλων μου με τις λέξεις, μόνο, ο ήχος των τυπωμένων λέξεων από τα πλήκτρα του συγγραφέα μέχρι τη μελωδία των συλλαβών τους μέσα στη σκέψη μου, που κάλυπταν με έναν ανεπαίσθητο ρυθμό τη μεγάλη αίθουσα.
Ψίθυροι ξεχύθηκαν γύρω μου, καλύπτοντας τη μουσική του μυαλού μου.
Γίνονταν πιο έντονοι, όλο και πιο έντονοι, με περικύκλωναν ψίθυροι που μετατρέπονταν σταδιακά σε φωνές, δυνατές και θυμωμένες!
Απορροφημένη από το κείμενο και εκνευρισμένη από τα σχόλια τους, ξέχασα τον ρόλο της σιγής μου.
Έκλεισα απότομα τα αυτιά μου και το βιβλίο μου έπεσε στο δάπεδο με κρότο, καθώς σηκωνόμουν όρθια, μετά από τόσο καιρό.
Η φασαρία μου διέκοψε την ψιθυριστή οχλοβοή.
Ακούνητα χείλη, χαλαρωμένα, μισάνοιχτα. Μάτια μαρμαρωμένα, τεντωμένα δάχτυλα προς κάτι πάνω από το κεφάλι μου, πίσω μου. Καθώς γύρισα να δω, η καρέκλα έσπασε.
Στον τοίχο, σερνόταν η σκιά μου. Κομμάτια ξύλου στη γωνία που άρπαξαν φωτιά, και η σκιά μου που φλεγόταν! Η φωτιά κατάπινε γρήγορα τα ξύλα της καρέκλας. Κινήθηκα λίγα βήματα μακριά, ώστε να σώσω πρώτα τη σκιά μου. Γύρω μου, τα βλέμματα παρέμεναν έκπληκτα.
“Δεν υπάρχει τίποτα πια για εμένα εδώ.”
Αυτό είπα. Δυνατά και καθαρά. Δεν ξέρω τι σκέφτηκαν ή τι αισθάνθηκαν. Λύπη, χαρά ή αδιαφορία;
Το σίγουρο είναι πως δεν περίμεναν αυτή την εξέλιξη.
Περνώντας αργά, μπροστά από τον καθέναν τους με τη σειρά, έσβησα ένα, ένα τα κεριά τους. Το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Μόνο η φωτιά στη γωνία κρατούσε ακόμα λίγο φως.
Η σκιά μου εκτινάχθηκε στον απέναντι τοίχο. Την πλησίασα με σταθερό βήμα. Η σκιά μεγάλωνε και δυνάμωνε, ενώ η φωτιά πίσω μου έσβηνε.
Δεν αντιδρούσε κανείς, τι παράξενο!
Άγγιξα τον κρύο τοίχο, το χέρι της σκιάς μου, ώστε να κάνουμε μια συμφωνία.
Την ίδια στιγμή, ο άνεμος άνοιξε απότομα την πόρτα απ' όπου έτρεξα έξω στη νύχτα, αφήνοντας πίσω μου μόνο καπνό και στάχτες. Δεν είπα αντίο. Δεν ήμουν ποτέ στ' αλήθεια εγώ.
Από τα καυτά απομεινάρια στη γωνία, η σκιά είχε ξαναβρεί το χαμένο της σώμα.
Με παρατηρούσε και το ένιωθα. Το βλέμμα του με ακουμπούσε σε κάθε σπιθαμή του προσώπου, από το μέτωπο έως το πιγούνι. Τα δάχτυλά του άγγιζαν νοητά τις γραμμές του λαιμού μου και με διέταζαν τηλεπαθητικά να κάνω πίσω τα μαλλιά μου για να με δει καλύτερα.
Με χάιδευε για ώρα με το βλέμμα του, τόσο ήρεμα και προσεκτικά, μην τυχόν και χάσει καμία λεπτομέρεια κάποιας ιδιαιτερότητάς μου.
Δεν θυμάμαι αν τα βλέμματά μας συναντήθηκαν έστω και μία φορά. Είμαι σίγουρη πως εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα έκλεινε αμήχανα τα βλέφαρά του και θα είχε στρέψει στο δευτερόλεπτο την προσοχή του κάπου αλλού, όσο χρειαζόταν για να πεισθώ πως δεν με παρατηρούσε και να αποστρέψω κι εγώ το δικό μου. Μόνο από τα πλάγια, από θέση ασφάλειας, μπορούσε να με κοιτάζει για ώρες ατελείωτες.
Καλύτερα για εμένα, βέβαια, αφού επέλεγα να του επιτρέπω την ελεύθερη πρόσβαση και περιπλάνηση στο προφίλ μου, όσο ήλπιζα και προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν απλώς ιδέα μου. Πως τίποτα απ' όλα αυτά δεν συνέβαινε. Δεν ήταν παρά μόνο μία χαζή ιδέα.
Κάθε εσωτερικός αντίλογος, σιώπησε, όταν το επόμενο απόγευμα με συνάντησε μέσω φίλης, στο ντονατσάδικο. Πρέπει να είχα μαρούλι στα δόντια μου από ένα σουβλάκι που είχα φάει νωρίτερα, αλλά δεν φάνηκε να τον ενόχλησε το χαμόγελό μου. Μόνο το υποτιμητικό μου ύφος προς εκείνον, και τα ψυχρά, αλλά ευγενικά μου λόγια καθώς του έκανα απολύτως ξεκάθαρο πως δεν έβρισκα τίποτα το ενδιαφέρον ούτε στο αμφάς ούτε στο προφίλ του, ούτε φυσικά και σε αυτό το απεχθές σκίτσο που κρατούσε στα χέρια του και μου έδειχνε μέσα από εκείνο το μεγάλο μλοκ ζωγραφικής του, εκλιπαρώντας με, με το λυπημένο του ύφος, να το δεχθώ τουλάχιστον ως δώρο.
Δεν το δέχτηκα, φυσικά, ούτε καταδέχτηκα καμία του λέξη. Ήμουν μόλις δεκαοχτώ χρονών. Απέκρουσα κάθε του αίσθημα και έκλεισα κάθε είσοδο προς την καρδιά μου. Έφυγα με το μαρούλι στα δόντια, γελώντας με την ψυχή μου, κολακευμένη ελάχιστα, και απείρως θυμωμένη. Στο τέλος, ίσως και κάπως απογοητευμένη που δεν ήταν στη θέση του εκείνος που εγώ θα άντεχα ώρες και ώρες να κάθομαι σε μια γωνία, να τον παρατηρώ από απόσταση και να τον ζωγραφίζω... Να τον ζωγραφίζω... με τέτοια, τρομακτική ακρίβεια, χωρίς φίλτρα... Τι τρομερό!
Με είχε ερωτευτεί και είχε καταφέρει να λατρέψει και να απαθανατίσει κάθε στοιχείο που αποτελούσε μέρος του δεξιού μου προφίλ (ή μήπως ήταν του αριστερού;). Είχε τρυπώσει με αναίδεια στον καθρέφτη μου, είχε αρπάξει ό,τι είχα, ακριβώς όπως ήταν, ύστερα από προσεκτική μελέτη, και είχε το θράσος να το απεικονίσει επάνω σ' ένα κομμάτι χαρτί.
Μάλιστα, δεν ήταν σε οποιοδήποτε χαρτί, αλλά σε μία σελίδα από το δικό του μπλοκ ζωγραφικής, ένα χαρτί που θα κρατούσε για πάντα κλειδωμένο στο δικό του συρτάρι!
Βέβαια, ίσως να μπορούσα να του το είχα πάρει... Μα για εμένα ήταν ακόμη πιο φριχτό να το κρατάω στα χέρια μου.
Δεν με είχε εξιδανικεύσει. Με είχε πετύχει με περισσότερη ακρίβεια απ' ό,τι ήμουν προετοιμασμένη να δεχτώ. Με έβλεπε πεντακάθαρα και είχε καταφέρει να με ερωτευτεί για αυτό ακριβώς που ήμουν. Αυτό που εγώ μισούσα και ήθελα να κρύψω με κάθε κόστος.
Τις ατέλειες που φοβόμουν να μην προσέξει κανείς, τις είχε ερωτευτεί. Φτιάχνοντας αυτή τη ρεαλιστική απεικόνιση, όχι μόνο με ανάγκαζε να με δω έτσι όπως ήμουν, αλλά χωρίς να ζητήσει την άδειά μου, τις είχε κλέψει ύστερα από ώρες παρακολούθησης. Είχε κλέψει όσα μισούσα πάνω μου και πλέον δεν θα μπορούσα ποτέ να του τα πάρω πίσω για να τα κρύψω ξανά σε ασφαλές σημείο.
Ήμουν μόλις δεκαοχτώ.
Χρόνια μετά, κατάλαβα πως ο νεαρός ζωγράφος είχε εντοπίσει εκείνο που θα χρειαζόμουν πολύ καιρό για να αντιληφθώ, τη φυσική ομορφιά μου. Αυτό που κάθε νέα κοπέλα αργεί να αναγνωρίσει.
Αλλά με αυτά που γράφω τώρα, αγαπώντας κι εγώ με τον τρόπο μου, εκείνη τη δική του αδυναμία, ίσως και να τον εκδικούμαι, ίσως να κλέβω έτσι, αναγνωρίζοντας την αξία της πράξης του, κάτι από εκείνον, ένα παλιό του μυστικό που δεν θα ήθελε ποτέ κανείς να το μάθει.
Τα στήσαμε το ένα δίπλα στο άλλο, στο ξέφωτο του δάσους κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι. Νύχτα. Ξυπόλυτες περπατήσαμε στο χώμα. Βήματα. Τα δάχτυλα της μιας μπλέχτηκαν με της άλλης. Κυκλικά. Τα βήματά μας, κυκλικά.
Γυναίκες. Όλες είμαστε γυναίκες.
Δεκαοχτώ δαχτυλίδια, το ένα δίπλα στο άλλο.
Σύμβολα.
Άλλα ακριβά, άλλα φθηνότερα.
Σύμβολα.
Δεσμοί και πλούτος.
Σύμβολα.
Τάσεις της μόδας, νέες ή παλιές.
Σύμβολα.
Σύμβολα γίναμε κι εμείς μαζί τους.
Αφήσαμε τα δάχτυλά μας γυμνά, σε χέρια και πόδια, και περπατήσαμε μαζί πάνω στη Γη σαν πλάσματα της φύσης.
Χωρίς σύμβολα.
Αδέσμευτα. Με αξία ισότιμη. Με πρότυπο, το δάσος.
Σύμβολα.
Γίναμε σύμβολα της φύσης. Όταν ένα σύννεφο παχύ ήρθε και κάλυψε το φεγγάρι, ξεμπλέξαμε τα δάχτυλά μας στο σκοτάδι. Φύση. Σκύψαμε η καθεμιά πάνω από το δαχτυλίδι της και πολλές από εμάς έκλαψαν πάνω στο χώμα.
Δάκρυα που αιώνια κρατούσαν σφραγίδες.
Όνομα, νούμερο αξίας.
Κάποτε ήμασταν νούμερα και ονόματα. Σύμβολα.
Πιάσαμε τα δαχτυλίδια μας και τα υψώσαμε στο μπλε φως της νύχτας και αφού το συνειδητοποιήσαμε, με πλήρη επίγνωση, τα φορέσαμε ξανά.
Κάποια ήταν στενά, άλλα μεγάλα. Χώρεσαν όμως. Πάντα βρίσκουν τρόπο να χωρέσουν.
Δεκαοχτώ δαχτυλίδια.
Η καθεμιά πήρε το δικό της και έφυγε μακριά από τις άλλες, χωρίς σκοπό να συναντήσει ποτέ ξανά τις υπόλοιπες.
Με ένα δαχτυλίδι έφυγε στο χέρι. Πριν ακόμη επιστρέψει στο σπίτι της, είχε ήδη μαζέψει άλλα δεκαεφτά. Σύμβολα, που να μπορούν να εξηγήσουν την παρουσία της.
Φορτωμένη με όλα αυτά, στα άκρα, στον λαιμό και στο κεφάλι, επέστρεψε τα ξημερώματα, λίγο πριν την αυγή και μπήκε κρυφά στο σπίτι.
Όσο πιο αθόρυβα, τόσο το καλύτερο, ώστε το πρωί να πιστέψει το όνομά της.
Να 'ταν άπειρα τα σύμβολα που σε κάνουν μοναδική!
Και ο κόσμος γέμισε σύμβολα! Δαχτυλίδια, δεκαοχτώ, που σχημάτισαν το άπειρο μέσα στο δάσος.
Και οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες έτρεξαν να τα πολλαπλασιάσουν. Μα δεν ήταν Θεοί, έτσι άρχισαν τις ανταλλαγές.
Σύμβολα σε ανακύκλωση για να λεγόμαστε με τ' όνομά μας!
Ο Δαρβίνος θα μας πρότεινε να αποκτήσουμε και τρίτο χέρι, για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε μέσα σε όλη αυτή την υπεράνθρωπη προσπάθεια
που μας κάνει ανθρώπους.
Ως νέο προσόν, το τρίτο χέρι, για να χωράμε άπειρα σύμβολα στα μετρημένα μας δάχτυλα.
Μοναδικός κωδικός για όλους. Για να ξεχωρίζουμε μέσα στο ανθρώπινο πλήθος.
Και οι γυναίκες και οι άντρες κάθε νύχτα, σε κάποιο δάσος ταξιδεύουν. Αφήνουν κάτω τα αξεσουάρ τους και μπλέκουν ο ένας τα δάχτυλά του στον άλλον. Μήπως και γίνουμε έτσι, κάτι καλύτερο ή περισσότερο μέσα σε αυτόν τον μυστικό χορό.
Κάτω από το φεγγάρι, δεν χρειάζεσαι ούτε ένα σύμβολο.
Και αν μπλεχτεί κανείς μέσα στο πλήθος, και χαθεί μέσα στη νύχτα, ως άγνωστος, δεν παύει να έχει αξία. Αντιθέτως, η αξία του προστίθεται στις άλλες και συλλογικά μεγαλώνει.
Σύμβολα είμαστε και πάντα θα είμαστε. Σύμβολα της φύσης, αλλά και της κοινωνίας.
Τα σημάδια μας στο χώμα, αιώνες τώρα. Σε στίχους, σε σχήματα, τώρα και σε ψηφία στο διαδίκτυο. Εικόνες και νοήματα, όλοι δέσμιοι αυτής και αυτήν αφήνουμε πίσω μας, μία συμβολική σφραγίδα.
Ακούω στο ραδιόφωνο τον στίχο “Σταθμός στο ραδιόφωνο που πρέπει να αλλάξω...”
και αναρωτιέμαι “πόσο σε θέλω;”
Μου λείπεις ακόμα; Πόσο; Τόσο πολύ που να ξεπερνάει τη γνώση αυτή, πως είσαι ο σταθμός 1; O σταθμός που πρέπει να αλλάξω;
Άλλωστε το 1 είναι μόνο η αρχή. Πάντα έρχεται ένα 2 μετά το 1, πάντα...
Αλλά πώς πηδάς από το ένα στο άλλο όταν “έχεις κλείσει τις κλειδαριές και κανένας άλλος μέσα σου δεν θα 'ρθει;”
“Όνειρο και απάτη, σε ελευθερώνω και κλειδώνομαι. Ή έτσι θα ζήσω ή σκοτώνομαι.”
Πώς να πηδήξω από το ένα στο άλλο χωρίς να πέσω;
Σπάω τις κλειδαριές και στέκομαι στο περβάζι. Κάτω απ' τα πόδια μου, το άπειρο!
Πού πήγες όταν σε ελευθέρωσα; Εκεί κάτω; Χάθηκες κι εσύ, σκοτώθηκες ή βρήκες τρόπο να φτάσεις στο 2 σου;
“Μια μπλόφα της σιωπής” στον αέρα, πυροτέχνημα. “Με την αστραπή στον ώμο, παίρνω της βροχής τον δρόμο, στης νύχτας τον βυθό, στης πόλης τον χαμό.” “Δεν ήσουν εσύ χθες βράδυ που άκουσα κλειδί στην πόρτα.”
Πώς τα κατάφερες, αναρωτιέμαι, να πας από το 1 στο 2, χωρίς να πέσεις και να χαθείς στον βυθό της νύχτας, στο άπειρο που βλέπω να απλώνεται κάτω απ' τα πόδια μου...
Πιάνω στα χέρια το ραδιόφωνο, χωρίς αντίο, το ρίχνω πρώτο, έξω απ' το παράθυρο, άλλωστε ίσως να το ξαναβρώ μπροστά μου σε λίγο.
Κι ακούω καθώς γίνεται χίλια κομμάτια, να τραγουδάει “όλη μου η ζωή μια μέρα, μια μέρα δανεική, όλη μου η ζωή, μια μέρα...”
Πέθανε ακόμα και το ραδιόφωνο.
Εγώ πώς θα επιβιώσω στην πτώση αυτή;
“...Το ποτάμι πίσω δεν γυρνάει... δεν γυρνάει στα βουνά...”
Αυτό ήταν! Μου τραγουδάει. Είναι ακόμη ζωντανό και τώρα με εκδικείται.
“Ποιος είναι αυτός;” το ακούω να λέει.
“Ποιος, ποιος;” του φωνάζω, “ποιον είδες;”
“Σε ψάχνει στα ανοιχτά...”
“Ποιος, καλέ, ποιος;” “Θα 'ρθω σε λίγο να δω, σταμάτα, πάψε πια να μου τραγουδάς παράξενα πράγματα, ξέρεις πως δεν είμαι έτοιμη ακόμη να έρθω! Σου είπα, περίμενε, σε λίγο!”
Aκούω μια φωνή από το μεγάφωνο. Μιλάει για ένα λιμάνι. Πρέπει να βρήκε τρόπο να μπει σε κάποιο πλοίο.
Υπάρχει διέξοδος, λοιπόν. Υπάρχουν δρομολόγια μέσα στο άπειρο!
“Aυτός είναι ο ήλιος, ο έξω κόσμος βιαστικά μεγαλώνει... ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι...”
Mε ξέχασε, έφτασε κιόλας. Κι εγώ που είπα πως θα το ξαναδώ σε λίγο, ξέχασα να το αποχαιρετήσω, όπως θα έπρεπε, με τιμές. Τόσα τραγούδια μου είπε, να, ακόμα και τώρα το ακούω από μακριά καθώς χορεύει μέσα σε γλέντια και καρναβάλια.
Ξέρεις τι μου λείπει; Όχι δύο, μα έστω ένα, ένα φτερό!
Ένα φτερό να είχα, να, θα είχα πέσει κιόλας στο άπειρο, εκεί που έριξα το ραδιόφωνο μου και μπορεί να είχα μπει μαζί του στο ίδιο πλοίο που το μάζεψε. Τότε θα είχαμε κατέβει μαζί στο λιμάνι, θα έβλεπα κι εγώ αυτό το μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι που είδε να απλώνεται μπροστά του και με ξέχασε...
Ας είχα, όχι δύο, μόνο ένα φτερό και θα πηδούσα από το παράθυρο, τώρα αμέσως! Θα 'πεφτα και με τα μάτια κλειστά! Με τη σιγουριά πως δεν θα σκοτωθώ, πως θα βρω ένα πλοίο περαστικό να διασχίσουμε μαζί το άπειρο για να φτάσουμε σ' ένα λιμάνι φωτεινό.
Ας είχα μονάχα... ένα φτερό...
Αλλά... δεν έχω.
Θα μείνω για λίγο ακόμα εδώ, όρθια σε αυτό το παράθυρο.
Ξέρεις, μόλις πριν λίγο το ξεκλείδωσα. Έμοιαζε χρόνια κλειδωμένο, είχε γεμίσει με σκόνες και ιστούς αράχνης. Δεν είχα ούτε ένα κλειδί, έτσι αναγκάστηκα να σπάσω τις κλειδαριές με ό,τι βρήκα μπροστά μου. Όχι βαριοπούλα, είχα μόνο ένα παλιό ραδιόφωνο που όλο μου τραγουδούσε.
Πως πρέπει να φύγω, έλεγε, να πετάξω...
Μόνο αυτό είχα. Το πήρα, έσπασα τις κλειδαριές και ύστερα το πέταξα, πριν από εμένα, να μου δείξει τον δρόμο με τα τραγούδια του. Θυσία, σαν ραντάρ, να με προετοιμάσει για την απόσταση, το βάθος της νύχτας...
“Θα 'ρθω να σε βρω” του φώναξα πάλι, “σε λίγο”, αλλά εκείνο ησύχασε πια, τώρα θα χορεύει μαζί με τα άλλα σπασμένα ραδιόφωνα, πέρα μακριά απ' τον ορίζοντα σε άγνωστα γλέντια.
“Θα 'ρθω” επανέλαβα ψιθυριστά και δεν ξέρω αν με άκουσε.
Καλύτερα να μην με άκουσε γιατί του είπα πάλι “σε λίγο”.
Ο αέρας δεν έφερε ακόμα φτερά. Ίσως τώρα, με τον ερχομό της άνοιξης, μαζί με το καλοκαίρι, τώρα, σε λίγο.
Κάθονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, στο ίδιο μέρος όπου είχαν ονειρευτεί ο ένας τον άλλον, στον ίδιο τόπο όπου είχαν ανταμώσει και είχε στραφεί με πάθος και ελπίδα ο ένας στα μάτια του άλλου.
Γνωρίζοντας τις αποχρώσεις, τις εντάσεις του βλέμματος, τις γραμμές γύρω από τα βλέφαρα και τον τρόπο που εκείνα στρέφονταν και αποστρέφονταν αντιδρώντας στο περιβάλλον. Κάποτε είχαν φτάσει στο αποκορύφωμα του ρομαντισμού, ήταν κάπου πίσω στο χρόνο εκείνη η στιγμή, μα ήταν κάπου εδώ κρυμμένη στον ίδιο δρόμο όπου περπάτησαν πάνω κάτω, πολλές φορές, κατά μήκος των κυμάτων, μέσα σε κάθε εποχή του χρόνου, με τον άνεμο να φουντώνει κι άλλοτε να γαληνεύει, με τον ήλιο άλλοτε να χάνεται και πάλι πίσω να επιστρέφει. Με τη φύση, να ντύνεται με τα ωραιότερα φορέματα και αρώματα, και άλλοτε να γδύνεται χωρίς ντροπή, βέβαιη πως και πάλι θα κερδίσει τον θαυμασμό.
Ώσπου οι καλύτερες στιγμές του πάθους χάνονται κι έρχεται ένα ξημέρωμα εκεί στο ίδιο μέρος, στο μονοπάτι των σκέψεων, των επιθυμιών, των αντιθέσεων και των ομοιοτήτων που ένα βλέμμα φτάνει για να δεις πως το όνειρο που τόσο πολύ το μεγάλωσες μέσα στους άσκοπους περιπάτους σου στη φύση, κατά το ηλιοβασίλεμα αλλά και μετά τη δύση, τ' όνειρο εκείνο που εισακούστηκε ως προσευχή και ήρθε και γεννήθηκε μπροστά στα ακούραστα πόδια σου, τ' όνειρο εκείνο που ο άνεμος σου το 'φερε ως αγγελιοφόρος του φεγγαριού που σ' έβλεπε να γυροφέρνεις τόσο μόνος κάτω από τ' αστέρια και να κοιτάς με τόση λαχτάρα το στραφτάλισμα της θάλασσας όταν γλίστραγε αργά πάνω στην άμμο, τ' όνειρο εκείνο ζωντάνεψε για να μπορέσει επιτέλους να πεθάνει.
Και οι καλαμιές σε βρήκαν τόσο αστείο που γέλασαν και κοίταξαν με περιέργεια να δουν τι θα κάνεις τώρα που ο κόπος σου, τα τόσο ονειροπαρμένα βήματά σου σε έβρισκαν τελικά σε έναν προορισμό, αλλά και πάλι θα τον άφηνες πίσω για να ξανακάνεις το συνηθισμένο σου πήγαινε-έλα, αδιάλλακτος και πεισματάρης. Στάθηκαν σε μια στιγμή ακίνητες να σε παρατηρούν.
Είχε έντονο άνεμο τη μέρα που βρέθηκαν οι δυο ρομαντικοί στο χιλιοπερπατημένο μονοπάτι. Μα όταν το πάθος έσβησε και κάθε βλέμμα αποστρεφόταν πια το ένα το άλλο, ή κοίταζε κατάματα λες και δεν του έφερνε πια καμία αίσθηση αμηχανίας, λες και κοιτάζονταν δυο τοίχοι, τόσο άδειοι από όνειρα, τότε, τα σύννεφα έκαναν στην άκρη και το φεγγάρι βγήκε να τους φωτίσει με λύπηση, καθώς κήδευαν όλα εκείνα που κάποτε είχαν αναστήσει.
Σπίτι Φυλακή. Τοίχοι φαγωμένοι. Έπεσε μαυρίλα και βγήκα έξω. Ο πεσιμισμός είναι αφορμή για αισιοδοξία.
Μαζεύτηκαν πάλι συμμορίες τα σύννεφα. Θα 'θελα να μουν άνεμος, ανάμεσά τους ξεγλιστρήσω.
Σπίτι φυλακή. Δαγκωμένες οι πολυκατοικίες. Τις νύχτες, κάποιο τέρας τρέφεται με τα τσιμέντα.
Έπεσε μαυρίλα και έτρεξα στους δρόμους να βρω καταφύγιο.
Έπεσε μαυρίλα. Κοίτα, τα σύννεφα, σχηματίζουν κλίκες, δεν ενδιαφέρονται για την ψυχική μας ηρεμία.
Φυλακή. Βγήκα στους δρόμους μήπως και δω καμιά ηλιαχτίδα, να καθαρίσω τις γκρίζες τους επιθυμίες που μοιάζουν άξαφνα και δικές μου. Ο πεσιμισμός με σπρώχνει προς τη θάλασσα, να πάρω μια ανάσα...
Βγήκα έξω.
Τα σπίτια είναι επικίνδυνα κάτω από τα σύννεφα, τρώνε και τρώγονται, πρέπει να πάρω ανάσα. Ψάχνω τη θάλασσα. Στους δρόμους προχωρώ, ο πεσιμισμός, ώθηση για αισιοδοξία. Να, μια ηλιαχτίδα, πάνω απ' τη στάση του λεωφορείου.
Μπήκα μέσα.
Συμμορίες στα πίσω καθίσματα. Γκαρίζουν ανελέητα. Δεν ενδιαφέρονται για την ψυχική μας γαλήνη. Τρώνε, τρώγονται, στο τέλος θα έχουμε φαγωθεί όλοι μεταξύ μας.
Το κεφάλι μου κουδουνίζει.
Αναζητώ τη θάλασσα στα πλακόστρωτα, μετά τη βροχή. Μια απογευματινή ηλιαχτίδα, πριν γυρίσω πίσω στο σπίτι. Ανάσα. Φως απογευματινό, μετά τη βροχή. Η θάλασσα ρυάκι γύρω απ' τις εκκλησίες και τα περίπτερα.
Βγήκα σε άλλο δρόμο, ψάχνω ακόμη.
Στο μετρό, πίσω απ' τα τζάμια, σε πέτρινα μνημεία. Έπεσε κάτι παγερό. Πρέπει οπωσδήποτε να βρω εκείνη την ηλιαχτίδα, κάπου εδώ γύρω την είχα αφήσει.
Ανάποδα βήματα, επιστρέφω.
Στέκομαι, κάθομαι, σκέφτομαι. Στο τζάμι η αντανάκλασή μου, είμαι μια θάλασσα μαζί με όλους εκείνους. Συμμορία. Στο τέλος μεταξύ μας θα φαγωθούμε.
Επιστρέφουμε νύχτα
πίσω από κάγκελα, να κλειστούμε ξανά στις μικρές ζωές μας.
Σπίτια κομμένα σε φέτες. Δαγκωμένα, παγωμένα τσιμέντα.
Κάτι ψηλαφώ.
Το λεωφορείο τρέχει.
Στο τζάμι μας κοιτώ. Σύννεφα, είμαστε.
Βρίσκω το φως στην τσέπη.
Να έτρεχε, πιο γρήγορα!
Θα 'θελα, να 'μουν άνεμος, στο ίδιο σημείο ποτέ να μην πατώ!
Πάνω απ' τη γη να ταξιδεύω και να απομακρύνομαι. Το φως μέσα απ' την τσέπη μου να μεγαλώνει.
Πάνω απ' τη θάλασσα θα 'θελα να κοιμόμουν. Το μαύρο και το άσπρο να σημαίνουν πάντα φως.
Θα 'θελα να 'μουν άνεμος που τη χαϊδεύει στα κύματα και το βάζει στα πόδια γελώντας, πριν προλάβει εκείνη να τον εντοπίσει.
Θα θελα να 'μουν άνεμος, πάνω απ' τη θάλασσα να κοιμόμουν τα βράδια. Και το πρωί, μπαινοβγαίνοντας από παράθυρα, τον κόσμο να ξυπνούσα.
Με τη δύναμη του ανεμοστρόβιλου, να έσπαγα όλα τα τσιμέντα, κομμάτια να γίνονταν, οι δραπέτες να πλημμύριζαν τους δρόμους των πόλεων, τα κάγκελα να λύγιζαν, οι ψυχές από μέσα να ξεγλιστρούσαν.
Μία
μάχη με τον χρόνο και με τον εαυτό μας
είναι η ζωή.
Το
παρελθόν μέσα από τα φίλτρα της ωριμότητας
μετατρέπεται σε ονειρικό τοπίο.
Το
παρόν χρειάζεται ως όπλα την αντιδραστικότητα
και το θάρρος για να αντιμετωπιστεί.
Το
μέλλον είναι μία ελεύθερη πτώση σε μια
“γαλαξιαία” θάλασσα.
Υπεράνθρωπες
οι ώρες της ζωής, καθώς αγωνίζεσαι για
να ζήσεις σύμφωνα με τις προσωπικές
αξίες και τα όνειρά σου.
Σε
έχουν προδώσει οι άνθρωποι, αλλά και η
ίδια η φύση.
Η
απώλεια, ο θάνατος, οι σχολιασμοί του
περίγυρου και οι εσωτερικοί φόβοι είναι
μερικά από εκείνα που πρέπει να
αντιμετωπίσεις στη διαδρομή για να
φτάσεις στον προορισμό σου.
Και
αν φτάσεις, ξέχνα πως είσαι άνθρωπος.
Πες
πως είναι θαύμα.
Κράτα
το σαν μυστικό, και μην το πεις.
Η
άνοιξη ήρθε για να μας δώσει φόρα να
συνεχίσουμε, ακόμη και όταν έχουμε χάσει
τα πάντα στη διαδρομή.
Υπεράνθρωπες,
εκείνες που συνεχίζουν να προχωρούν
μέσα στα ναυάγια του χρόνου.
Ξεκινώντας από την άνοιξη του 2023, όπου στα κείμενά μου βρίσκουν διαφυγή ανάμεικτα συναισθήματα του τελευταίου έτους, μαζί με συνειδητοποιήσεις από το μακρύτερο παρελθόν,
μέσα από “υπεράνθρωπες” προσπάθειες για το επόμενο βήμα,
μπαίνουμε στο καλοκαίρι,
όπου οι εκπνοές της ψυχής πάνω στα κείμενα γίνονται πλέον ωριμότερες, αλλά και πιο ανάλαφρες,
λες και εκείνα του Απριλίου έχουν καταφέρει να απορροφήσουν όλο το βάρος που η ψυχή κουβαλούσε.
Από το κλειστό εγώ, απλώνονται νέα φτερά κάτω απ' τα οποία ο περίγυρος περικλείεται με φιλικότητα και συμπόνια, ώστε ο εαυτός να συμπεριληφθεί στο συνολικό “εμείς και οι άλλοι” με αυτοσαρκασμό και θετική διάθεση παρά τα μελαγχολικά τοπία.
Το φετινό καλοκαίρι, αναπόφευκτα, φέρνει αναμνήσεις από το περσινό, το πιο δύσκολο αλλά και συναρπαστικότερο καλοκαίρι της μέχρι τώρα ζωής μου, με αποτέλεσμα να μας οδηγεί στην προϋπάρχουσα συλλογή “του πένθους και της ενδυνάμωσης”, σχηματίζοντας έτσι έναν ποιητικό, αντίστροφο κύκλο από τη φετινή άνοιξη προς τον περασμένο χειμώνα όπου ολοκληρώθηκαν οι συναισθηματικές εκφάνσεις που άφησε πίσω του το καλοκαίρι του 2022.