2
Πονεμένη Παπαρούνα
Βλέπω γυναίκες στον ύπνο μου.
Φίλες, παλιές γνωστές.
Γυναίκες που έχουν βάψει τα μαλλιά τους.
Όλες Κόκκινα.
Ξυπνάω ταραγμένη.
Πάλι εσύ;
Πάλι κόκκινα;
Κόκκινα κι εσύ;
Τραβάω μπροστά τον δρόμο μου. Είναι λίγο ανηφορικός για να σμιλεύω τους γοφούς. Η φούστα μου να φουσκώνει σαν φόρεμα από λουλούδι.
Έρχεται και η άνοιξη, γεμίζει τα πλάγια των ξεχασμένων, σπασμένων πεζοδρομίων, χωματόδρομων, σκουπιδότοπων
των χωριάτικων γειτονιών
με άπειρες τρελά ονειροπαρμένες μαργαρίτες,
που αναρωτιέσαι πώς πολλαπλασιάζονται τόσο γρήγορα, από ποια μάνα τρελή να γεννιούνται;
Ανάμεσά τους,
πάντα λίγες,
μοναχικές παπαρούνες.
Με κοίταξες κάπως παράξενα την ώρα που περνούσα και σαν να μου φάνηκε πως ήσουν έτοιμος να με προσβάλλεις.
Ο θυμός μου χτυπάει κουδουνάκι
στο εσωτερικό θερμόμετρο.
Ακροβατώ στα κόκκινα.
Ντυμένη στα μαύρα κοτσάνια.
Χρωστάω; Πόσα;
Οι τσέπες μου είναι άδειες. Σκέτο ύφασμα.
Κοιτάξτε τις φλέβες μου. Κάτι θα υπάρχει εκεί ακόμη.
Σκούρο μπλε, πηχτό.
Δεχτείτε ό,τι έχει απομείνει.
Στις αποθήκες του λάθους,
του πάθους, του μίσους,
ενός αντίο που δεν βρήκε διέξοδο
προς το στόμα,
που σαπίζει στη σπηλιά του αργά,
αφού φοβήθηκε τσαλακωμένο, να σιδερωθεί,
να πεταχτεί ορθά και να μιλήσει!
Αχ, να μπορούσε, επιτέλους να μιλήσει!
Βάφω τα χείλη μου κόκκινα για να γελάω καλύτερα
μπροστά στα βέλη.
Του εχθρού.
Και από εχθρούς έχω πολλούς,
μη με αμφισβητείς.
Θα 'λεγε κανείς πως είμαι πράο αρνάκι. Κακό για αυτούς που το πιστεύουν γιατί πετάγονται από μέσα μου φιδιού σπίθες, με μία μονάχα ύποπτη λέξη.
Ένα βλέμμα σου στραβό να αντιληφθώ, θα σε πατήσω, θα σε λιώσω, χωρίς έλεος.
Θα φταίνε οι πληγές μου.
Γι' αυτό...
Τρέξε να ξεφύγεις ξένε
από την πονεμένη παπαρούνα
γιατί εκείνη, βασίλισσα όρισε μόνη της
τον εαυτό της
στο ξέφρενο λιβάδι των τρελών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου