Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΑΝΕΜΟΣ


“Με έγδυσαν, μου πήραν όλα τα υπάρχοντα

κι έπειτα είπαν πως νοιάζονταν για μένα...

Με αναμνήσεις έγραψαν το όνομά τους

στο χέρι μου,

να το 'χω πάντα μαζί μου,

μην τύχει και ξεχάσω ποιος μ' έφερε

στον κόσμο αυτόν, τον σκληρό”

Θάλασσα, κορίτσι, σκύλος


1

Να 'μουν Άνεμος


Σπίτι Φυλακή. Τοίχοι φαγωμένοι. Έπεσε μαυρίλα και βγήκα έξω. Ο πεσιμισμός είναι αφορμή για αισιοδοξία.

Μαζεύτηκαν πάλι συμμορίες τα σύννεφα. Θα 'θελα να μουν άνεμος, ανάμεσά τους ξεγλιστρήσω.

Σπίτι φυλακή. Δαγκωμένες οι πολυκατοικίες. Τις νύχτες, κάποιο τέρας τρέφεται με τα τσιμέντα.

Έπεσε μαυρίλα και έτρεξα στους δρόμους να βρω καταφύγιο.

Έπεσε μαυρίλα. Κοίτα, τα σύννεφα, σχηματίζουν κλίκες, δεν ενδιαφέρονται για την ψυχική μας ηρεμία.


Φυλακή. Βγήκα στους δρόμους μήπως και δω καμιά ηλιαχτίδα, να καθαρίσω τις γκρίζες τους επιθυμίες που μοιάζουν άξαφνα και δικές μου. Ο πεσιμισμός με σπρώχνει προς τη θάλασσα, να πάρω μια ανάσα...


Βγήκα έξω.

Τα σπίτια είναι επικίνδυνα κάτω από τα σύννεφα, τρώνε και τρώγονται, πρέπει να πάρω ανάσα. Ψάχνω τη θάλασσα. Στους δρόμους προχωρώ, ο πεσιμισμός, ώθηση για αισιοδοξία. Να, μια ηλιαχτίδα, πάνω απ' τη στάση του λεωφορείου.


Μπήκα μέσα.

Συμμορίες στα πίσω καθίσματα. Γκαρίζουν ανελέητα. Δεν ενδιαφέρονται για την ψυχική μας γαλήνη. Τρώνε, τρώγονται, στο τέλος θα έχουμε φαγωθεί όλοι μεταξύ μας.


Το κεφάλι μου κουδουνίζει.

Αναζητώ τη θάλασσα στα πλακόστρωτα, μετά τη βροχή. Μια απογευματινή ηλιαχτίδα, πριν γυρίσω πίσω στο σπίτι. Ανάσα. Φως απογευματινό, μετά τη βροχή. Η θάλασσα ρυάκι γύρω απ' τις εκκλησίες και τα περίπτερα.


Βγήκα σε άλλο δρόμο, ψάχνω ακόμη.

Στο μετρό, πίσω απ' τα τζάμια, σε πέτρινα μνημεία. Έπεσε κάτι παγερό. Πρέπει οπωσδήποτε να βρω εκείνη την ηλιαχτίδα, κάπου εδώ γύρω την είχα αφήσει.


Ανάποδα βήματα, επιστρέφω.

Στέκομαι, κάθομαι, σκέφτομαι. Στο τζάμι η αντανάκλασή μου, είμαι μια θάλασσα μαζί με όλους εκείνους. Συμμορία. Στο τέλος μεταξύ μας θα φαγωθούμε.


Επιστρέφουμε νύχτα

πίσω από κάγκελα, να κλειστούμε ξανά στις μικρές ζωές μας.

Σπίτια κομμένα σε φέτες. Δαγκωμένα, παγωμένα τσιμέντα.

Κάτι ψηλαφώ.

Το λεωφορείο τρέχει.

Στο τζάμι μας κοιτώ. Σύννεφα, είμαστε.

Βρίσκω το φως στην τσέπη.

Να έτρεχε, πιο γρήγορα!


Θα 'θελα, να 'μουν άνεμος, στο ίδιο σημείο ποτέ να μην πατώ!

Πάνω απ' τη γη να ταξιδεύω και να απομακρύνομαι. Το φως μέσα απ' την τσέπη μου να μεγαλώνει.

Πάνω απ' τη θάλασσα θα 'θελα να κοιμόμουν. Το μαύρο και το άσπρο να σημαίνουν πάντα φως.

Θα 'θελα να 'μουν άνεμος που τη χαϊδεύει στα κύματα και το βάζει στα πόδια γελώντας, πριν προλάβει εκείνη να τον εντοπίσει.

Θα θελα να 'μουν άνεμος, πάνω απ' τη θάλασσα να κοιμόμουν τα βράδια. Και το πρωί, μπαινοβγαίνοντας από παράθυρα, τον κόσμο να ξυπνούσα.

Με τη δύναμη του ανεμοστρόβιλου, να έσπαγα όλα τα τσιμέντα, κομμάτια να γίνονταν, οι δραπέτες να πλημμύριζαν τους δρόμους των πόλεων, τα κάγκελα να λύγιζαν, οι ψυχές από μέσα να ξεγλιστρούσαν.


Θα 'θελα να 'μουν άνεμος...

να μην πονούσα.

 

 


Σύννεφο








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...