Το διήγημα που ακολουθεί γράφτηκε κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου «Δημιουργική γραφή: Από τη φαντασία στο χαρτί» από το Skillbox.gr και συμπεριλαμβάνεται στο Εbook Σκιές της αθωότητας, το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν εδώ.
Παρεμπιπτόντως, συστήνω ανεπιφύλακτα το σεμινάριο, καθώς είναι πλούσιο σε γνώσεις και παραδείγματα με εξαιρετικό καθηγητή τον κ. Χαλκόπουλο!
Φίφης & Εκάβη,
της Μαρίας Ιωσηφίδη
Αναρωτιέμαι αν αλήθεια με θυμάσαι. Ήμασταν κολλητές, έτσι δεν είναι; Ή μήπως είναι όλα δημιούργημα του μυαλού μου; Ήταν αλήθεια τότε, αλλά αν εσύ ήσουν τόσο μικρή που το ξέχασες, είναι πλέον μία ψευδαίσθηση.
Ήλπιζα να σε έβρισκα στο σπίτι, αλλά τα παράθυρα μοιάζουν συνεχώς σφραγισμένα, εκτός και αν με είδες από το τζάμι του παιδικού σου δωματίου, και τώρα κρύβεσαι στα σκοτάδια του.
Χρειάζομαι κάποιες απαντήσεις από εσένα σχετικά με ένα φλέγον ζήτημα που με απασχολεί έντονα, κυρίως το σημερινό πρωινό, καθώς ποτίζω τα λουλούδια της αυλής, που έχουν ξεραθεί σε αυτό το ακατοίκητο πια σπίτι, στο στενό πίσω από το δικό σου.
Ίσως να ήσουν εσύ που πέρασες έξω από το παράθυρό μου. Δεν πρόλαβα να βγω για να σε χαιρετήσω, στάθηκα και σε κοιτούσα από το τζάμι, άναυδη, κρυμμένη πίσω από τον τοίχο για να μην με δεις.
Ήσουν ή δεν ήσουν, δεν έχει σημασία. Τώρα πρέπει να σου μιλήσω πολύ σοβαρά γιατί από την απάντηση σου κρίνεται το υπόλοιπο της ζωής μου. Κρατάς το μυστικό της προσωπικότητάς μου!
Ευθύνεσαι για κάθε λάθος στη στάση μου, για την απάθεια που μου στοίχισε την πιο σημαντική σχέση, τον γάμο μου! Ναι, είναι αλήθεια, χωρίσαμε με τον άντρα μου και χθες το βράδυ έζησα κάτι τρομερό. Ίσως να φταίει αυτή η αφύσικη ησυχία στη γειτονιά, που με κάνει να αναρωτιέμαι αν όλες οι παιδικές αναμνήσεις, όλη εκείνη η φασαρία που ζωντανεύει στον νου μου κάθε φορά που ταξιδεύω πίσω σε αυτό το άδειο πλέον μέρος, το παντοτινό καταφύγιο της ψυχής μου, αν είναι τελικά υπαρκτά γεγονότα πίσω στον χρόνο.
Η αβεβαιότητα, όπως καταλαβαίνεις, με κάνει να χάνω το θάρρος καθώς οι πιο ζωηρές στιγμές της ζωής μου, οι πιο εκφραστικές ίσως, οι στιγμές που ήμουν πραγματικά ελεύθερη, χάνουν έδαφος και μένουν μετέωρες, χωρίς γειτονιά, χωρίς το μυαλό μιας φίλης να με κρατάει ακόμη ζωντανή, αφού με πρόδωσες και έπειτα μεγάλωσες και είμαι σίγουρη πως με ξέχασες.
Δεν ξέρω αν έχει πια νόημα να σου μιλήσω για ό,τι μου συνέβη τη χθεσινή νύχτα. Ίσως να είναι μάταιο, αλλά θα κάνω μία προσπάθεια να σου εξηγήσω. Εν συντομία, βέβαια, διότι η Εκάβη νιαουρίζει αγριεμένη θέλοντας να διώξει από κοντά της τον Φίφη με χαστούκια, κάτι που με κάνει να χάνω τη ροή της σκέψης μου! Υποφέρω βλέποντας τον αδύναμο Φίφη να κάνει πάντα πίσω. Είναι ντροπαλός και εκλιπαρεί με τέτοιο θλιβερό τρόπο για την αγάπη της Εκάβης που εκείνη τον θεωρεί κατώτερο και δεν τον θέλει καθόλου. Βρίσκει πάντα τρόπο να του επιβεβαιώσει πως είναι ανεπιθύμητος.
Ας μην καθυστερώ άλλο, όμως, είναι ντροπιαστικό μα πρέπει να σου μιλήσω γι' αυτό. Πηγαίνω, που λες, στο ζαχαροπλαστείο. Το μαγαζί είναι ασφυκτικά γεμάτο κόσμο, λόγω του διαλείμματος που έχουμε κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος, και καθώς κοιτώ τα γλυκά στις βιτρίνες, και αρχίζω να τα λιγουρεύομαι όλα, εκεί που βρίσκομαι να επιλέξω ανάμεσα σε μια τάρτα λεμόνι και μια πάστα αμυγδάλου, διαπιστώνω πως δεν έχω μαζί μου χρήματα.
Το πιστεύεις; Πώς και γιατί μπήκα μέσα στο μαγαζί χωρίς χρήματα; Με παρέσυρε προφανώς η μάζα των συμμαθητών μου και ούτε που πρόλαβα να σκεφτώ αν η αγορά γλυκού ήταν δικός μου στόχος εξ αρχής. Ψάχνω μανιωδώς στις τσέπες μου και βρίσκω μονάχα ένα κέρμα χωμένο στα υφάσματα.
Τα σώματα των διπλανών μου, ιδρωμένα, με ακουμπούν και με σπρώχνουν. Αναγκαστικά συνεχίζω να προχωρώ προς το ταμείο, και περιμένω να έρθει η σειρά μου, μη μπορώντας να γυρίσω προς την έξοδο.
Ενώ ακόμη σκέφτομαι πυρετωδώς έναν τρόπο για να βγω από το μαγαζί, κουτάκια με κορδέλες περνάνε πάνω από το κεφάλι μου με εκνευριστική ταχύτητα και αρχίζω να ζαλίζομαι.
Πλησιάζοντας τελικά στο ταμείο, καταφέρνω να επιλέξω κάτι φθηνό, ένα σοκολατένιο γλειφιτζούρι. Το πιάνω και το κρατώ σφιχτά ως λάφυρο ή ως σωσίβιο σωτηρίας.
Απέναντί μου στέκεται ένας χοντρός ζαχαροπλάστης που στρώνει το λευκό του καπελάκι και με κοιτάζει στραβά, καθώς ετοιμάζομαι να πληρώσω με το κέρμα που έχω στο χέρι μου.
Συνεχίζει να με κοιτάζει με τον ίδιο αλλόκοτο τρόπο, χωρίς να κάνει άλλη κίνηση. Το πάνω χείλος του τρέμει και το μουστάκι του το φυσάει ξαφνικά ένα αεράκι καθώς η πόρτα πίσω του ανοίγει.
Αισθάνομαι πως απειλούμαι, αλλά αυτό δεν με πτοεί.
“Πόσο κάνει;” τον ρωτάω δίνοντάς του, εν τέλει, το κίνητρο για να ξεσπάσει σε γέλια, στρέφοντας την προσοχή όλων καταπάνω μου.
“Μόνο αυτό θες”, μου λέει, έτσι καταφατικά, χωρίς να βάλει ερωτηματικό στη φράση του.
“Ναι , αυτό.”
“Δεν κάνει τίποτα.”
“Πώς τίποτα;”
“Δεν μπορούμε να το ζυγίσουμε. Eίναι πολύ μικρό.”
“Μα πρέπει να πληρώσω. Πείτε μου, πόσο περίπου κάνει; Ένα ευρώ;” Του δείχνω ξανά το κέρμα μου.
“Όχι τόσο, είναι πολύ μικρό.”
“Τότε, εξήντα λεπτά;”
“Τίποτα σου λέω, τίποτα.”
“Μα πόσο να κάνει; Είκοσι λεπτά;” επιμένω.
Συνεχίζει να αγνοεί την επιθυμία μου να πληρώσω, ενώ εγώ τρέμω και ιδρώνω κάτω από την κεραυνοβόλα ματιά του, προσπαθώντας να υπολογίσω μία τιμή για αυτό το μικρό σοκολατένιο γλειφιτζούρι που θέλω απλώς, όπως καταλαβαίνεις, να το πάρω μαζί μου και να εξαφανιστώ. Όλοι με κοιτάζουν και γελάνε. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την ήττα.
Η δεύτερη υπάλληλος μας πλησιάζει, με εντυπωσιακό μακιγιάζ στο αγέρωχο ύφος της.
“Τι συμβαίνει;” ρωτάει τον ζαχαροπλάστη,
“Μπορείς να το ζυγίσεις;”, της λέει.
“Τι, μόνο ένα γλειφιτζούρι θέλεις;” μου λέει υποτιμητικά.
“Ναι”, απαντώ. Έχω γίνει κατακόκκινη, και τα χέρια μου ιδρώνουν γύρω από το ξυλάκι της σοκολάτας.
Της δείχνω το κέρμα.
“Δεν μπορούμε να το ζυγίσουμε”, λέει και εκείνη.
“Και τότε τι θα κάνουμε;”
Κοιτάζονται.
“Κρατήστε τουλάχιστον είκοσι λεπτά”, τους προτείνω.
Γελάνε.
Οι υπόλοιποι πελάτες παραπονιούνται για την καθυστέρηση που έχω προκαλέσει.
Κανείς τους δεν παίρνει την απόφαση, όμως. Σαστισμένη ανάμεσα στις επιλογές μου, τελικά τους αφήνω ολόκληρο το κέρμα του ενός ευρώ πάνω στον πάγκο. Δεν κάνουν ούτε κίνηση για να μου δώσουν ρέστα.
Βγαίνοντας στο προαύλιο, δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα. Γύρω μου βρίσκονται διάσπαρτες κλίκες που με σχολιάζουν, ενώ προχωρώ ντροπαλά και στέκομαι δίπλα σε μια κολόνα όπου και δαγκώνω το πρώτο κομμάτι από το σοκολατένιο μου γλειφιτζούρι. Είναι καλό, δεν το αρνούμαι.
Σε λίγο όμως κανείς δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει, σε λίγο θα έχω φάει το ακριβά πληρωμένο γλυκό μου και θα βαριέμαι πάλι στην ήσυχη μοναξιά μου.
Ήθελα να σε ρωτήσω αν ήμουν πάντα έτσι, ή αν εσύ με θυμάσαι με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
Πρέπει να ποτίσω τώρα τις γλάστρες, τον Φίφη και την Εκάβη, γιατί ακόμα και αυτούς, τους πρωτότυπους, τους κράτησε ο άντρας μου ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που του προκάλεσε η απάθεια μου, όπως μου είπε. Και εγώ τι έκανα; Έκλαψα σαν τον Φίφη και δέχτηκα τη μοίρα μου. Την Εκάβη δεν την ένοιαζε καθόλου, επέλεξε ξανά τον πιο δυνατό ως σύμμαχο.
Αλλά εγώ μαζί σου, ήμουν η Εκάβη, δεν ήμουν; Τότε γιατί όταν είμαι μακριά σου είμαι ξανά ο Φίφης;
Δεν έχει νόημα να σου μιλήσω, δεν γνωρίζεις αυτές τις γάτες, ούτε τις γλάστρες μου, δεν θυμάσαι ούτε εμένα και δεν είσαι εδώ. Πάντως, σε αυτό το παράξενο όνειρο που είχα τη χθεσινή νύχτα, θυμήθηκα ξανά το σχολείο όπου ήμουν τόσο ντροπαλή, και τώρα καθώς βρίσκομαι πίσω στη γειτονιά, θυμάμαι πως δίπλα σου στεκόμουν ως πρωταγωνίστρια και ακόμα και αν δεν υπάρχω πια σε καμιά από τις αναμνήσεις σου, σκέφτομαι πως υποσυνείδητα επέλεξα να πληρώσω, και υποθέτω πως έστω αυτό να είναι μία ένδειξη εσωτερικής αυτοπεποίθησης.