Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

ΣΕ ΓΗ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΟ

 


 

-- Σε Γη Και Ουρανό --

 

 

Όλη της την ζωή δεν είχε συνειδητοποιήσει αυτό που σύντομα θα αναγκαζόταν να δει, τόσο απότομα, σε μία στιγμή. Στη στιγμή εκείνη που άφηνε το κορμάκι της αγαπημένης της, για λίγο, κουλουριασμένο μονάχο του στο αυτοκίνητο, ώστε να τρέξει στο σπίτι να πλύνει το πρόσωπό της, να συμμαζέψει τις πλημμύρες δακρύων που έρεαν ανελέητα, λες και από κάποιου είδους αόρατη ανοιχτή πηγή, να σταματήσει τον χρόνο που έτρεχε τόσο βιαστικά και να σκεφτεί. Για μια στιγμή.

Έτρεχε όμως με το πιο αργό της βήμα. Ο χρόνος έχανε τη σημασία του. Ο χρόνος είχε παγώσει. Στη σύντομη διαδρομή από την ορθάνοιχτη πόρτα του αυτοκινήτου προς την καγκελόπορτα της αυλής, θυμήθηκε το χθες σαν να ήταν το σήμερα και είδε το αύριο να γυρίζει προς τα πίσω στο τώρα. Και ένιωσε το βάθος του κενού χώρου να βουλιάζει στα σωθικά της και να τα ρουφάει προς τα πίσω αφήνοντας ένα αλλόκοτο μαύρο κενό να χάσκει μέσα στο στομάχι της.

Έσπρωξε την καγκελόπορτα και διέσχισε την ξασπρισμένη αυλή με τη γειρτή λεμονιά και τα μισογκρεμισμένα μπετά στα πλάγια της εισόδου, νιώθοντας αυτό το πρωτόγνωρο συναίσθημα να αναδύεται μέσα της. Δεν χρειαζόταν να κάνει γρήγορα. Η σκυλίτσα της δεν την περίμενε λαχανιασμένη από την αγωνία πίσω στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Αλλά, μόλις θα άνοιγε αυτήν εδώ την δεύτερη πόρτα προς το εσωτερικό, δεν θα την έβρισκε ούτε μέσα στο σαλόνι ή στο υπνοδωμάτιο για να την καλωσορίσει εγκάρδια, όπως έκανε πάντα, κουνώντας την ουρά και ορμώντας προς το μέρος της, με το κουδούνισμα της κρεμαστής μεταλλικής ταυτότητας να ηχεί σε κάθε παιχνιδιάρικο τίναγμα των αυτιών της. Δεν θα ήταν ούτε καν στην κουζίνα για να στριφογυρίσει ξανά κοντά στα πόδια της, σε κάθε επόμενο βήμα, σε κάθε νέα κίνηση. Έτσι, που γίνονταν ένα.

Μα κάποτε της το είχαν πει, δεν είχε δώσει σημασία. Της είχε φανεί αστείο. Την είχαν διώξει από ένα διαμέρισμα γιατί επιτρεπόταν μόνο ένα άτομο, ενώ εκείνη ήταν δύο άτομα, όπως της είχαν πει.

Τώρα, αν και ο χρόνος την χτυπούσε αλύπητα, εκείνη συνειδητοποιούσε πώς είναι να είσαι μονάδα. Είχε χάσει ένα κομμάτι. Είχε μείνει άδεια. Κενή. Και αυτό το κομμάτι θα της έλειπε από εδώ και πέρα για πάντα και θα ήταν αναγκασμένη να ζει έτσι. Τόσο βίαια μισή... Και πώς να ζήσει από εδώ και πέρα ως μονάδα, όταν το μόνο που είχε γνωρίσει ήταν το πώς είναι να είσαι διπλός...

Μία εκεί, μία εδώ. Είχε χωριστεί σε γη και ουρανό.




Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΣΑ




 17

 “Δεν μιλούσα”


Την ώρα που σε άκουγα, δεν μιλούσα.


Αφού τα είχες πει όλα

και δεν σου έμενε τίποτα άλλο να πεις,

κοίταξα τη θάλασσα.


Εσύ σηκώθηκες να φύγεις,

δεν σε ακολούθησα.


Έφτυσα την τσίχλα που μασούσα

όση ώρα μίλαγες εσύ

και την κόλλησα

κάτω απ' το παγκάκι

όπου καθόμασταν,

για να κοιτάει τη θάλασσα,

την ώρα που θα λέει,

“λυπάμαι”.


Και να σχολιάζει χίλια δυο πράγματα,

απαντήσεις,

σε όλες αυτές τις σκέψεις σου, στις λέξεις σου,

σε κάθε δική σου απόπειρα

απόδοσης

μιας δικαιολογίας.


Την ώρα που μιλούσες, δεν μίλησα,

γιατί μασούσα τσίχλα.

Μα κοίταζα τη θάλασσα,

που έλεγε όλη την αλήθεια.


Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ

 

 

Περπατώντας στον δρόμο, συνάντησα μία ταμπέλα.

Μου είπε πως την φώναζαν, “η τεμπέλα ταμπέλα”,

γι' αυτό και πάνω της έγραφε με μεγάλα γράμματα : Τεμπέλα

 



16

Κάτω από τα γραμμένα


“Γράμμα στον Υπερόπτη Γονέα”



Μου μοιάζεις, σου μοιάζω

Με θυμάσαι, σε θυμάμαι

Κάτι κοινό θα 'χει το αίμα μας, λες


Ίσως να πήρα λίγο απ' το δικό σου

κύτταρο

και λυπάμαι γι' αυτό

μα δεν θα σ' το στερούσα,

αν ήξερα ότι το ήθελες πίσω


Δεν χρειάζεται να υπερηφανεύεσαι άλλο, φίλε

καθώς όλοι αδέρφια είμαστε

κάτω απ' τον ουρανό

και μοιραζόμαστε κουτάλια

από τον ίδιο πολτό


Τι να το κάνεις το αίμα που είναι συγγενές

μέσα σε στόμα αγενές

τι να το κάνεις αν το υλικό είναι κοινό

όταν στη συζήτηση δεν έχω κάτι να σου πω


Μου μοιάζεις, σου μοιάζω

δεν σημαίνει μ' αρέσεις

Σε θυμάμαι, με θυμάσαι

δεν σημαίνει με ξέρεις

Δεν με ενδιαφέρεις


Γιατί το αίμα σου λεκέδες αφήνει

και αυτό που λες δικό σου

δικό μου είναι μέσα στη φλέβα

που με ντύνει


Αν το κύτταρο σου, μου το χάρισες εσύ,

Θεός πιστεύεις πως είσαι και γελιέσαι

Γονέας είναι ένας

και κάτω από εκείνον, όλοι,

είμαστε ίσοι


Όσο μπορείς εσύ να θεωρείς πως τα ξέρεις όλα

τόσο κι εγώ ωριμότερη και σοφότερη θα σταθώ μπροστά σου

κι αν εσύ μπορείς να ελέγχεις και να χειραγωγείς

τόσο κι εγώ μπορώ να τιμωρώ και να δικάζω



Μου μοιάζεις, σου μοιάζω

με θυμάσαι, σε θυμάμαι

ναι, μα

και τα αδέρφια δικαίωμα έχουν να μεγαλώνουν

και να αλλάζουν

σαν τα λουλούδια με άλλα φύλλα να ντύνονται σε κάθε εποχή


Δεν υπάρχουν δεσμοί

που να κρατούν τον χρόνο σε κελί

γιατί ο χρόνος πάντα θα πετάει σαν πουλί


Κι αν κάποτε σου μίλησα όπως ήθελες εσύ

κράτα αυτό να το θυμάσαι αιώνια

πάρε μαζί σου στον θάνατο τον πεντάχρονο εαυτό μου

τον ήδη πεθαμένο από καιρό

και κράτα τα φύλλα τα ξερά

φτερά πουλιού που γλίτωσε απ' το δάγκωμα του σκύλου

κράτα το χώμα

κράτα τη λάσπη απ' όπου ίσως γελιέσαι πως μ' έπλασες εσύ, τι αυθάδεια!


Κράτα τα σκουλήκια

μικρά ταμπελάκια, κράτα τα για φυλαχτό, φωτογραφίες, σκιτσάκια

σχεδιαγράμματα για το πώς πρέπει να είμαι

και πίστεψέ το πως έχεις καταφέρει να με κάνεις όπως θες,

σαν εσένα ίσως


Μακάρι να βλέπεις στα όνειρά σου

γραμμένα

όλα αυτά που θες να είσαι και να βλέπεις σ' εμένα


Ίδιοι δεν ήμασταν ποτέ

και δεν θα γίνουμε

βλέπεις, άλλη εποχή γεννήθηκες κι άλλη εγώ,

ο χρόνος πάντα

θα γράφει και θα σβήνει


Φύσα τη μπογιά να στεγνώσει στον πίνακα εκείνον

όπου έγραψες

εγώ και τα παιδιά μου

και κράτα τη σφιχτά να δεις πόσο θα αντέξεις

να εθελοτυφλείς

κι ύστερα πέσε πάνω της να κοιμηθείς

αν έτσι επέλεξες να ζεις,

κάτω από τα γραμμένα

 


 


Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2024

ΒΑΦΤΙΖΟΜΑΙ




 15 

Βαφτίζομαι



Βαφτίζομαι από την αρχή και πάλι

Ένας μήνας

Δύο χρόνια

Τριάντα πέντε χιλιάδες σκέψεις,

κάποιες, όμοιες μεταξύ τους


Τρεις ύμνοι

Τέσσερα σταυρόλεξα

Σε σταυροδρόμια

έξω από το εικονοστάσι


Δεν πέρασε ακόμη πολύς καιρός,

ούτε τριάντα χρόνια.


Η δεύτερη βάφτιση, πιο γιορτινή

με νερό θαμπό

βγαλμένο από λάσπες,

πέτρες και αγκάθια


Προσευχές σιωπηλές

Ιδέες που έφερε ο άνεμος μια ταραγμένη άνοιξη

μια νύχτα, εντελώς

τυχαία


(σε συνάντησα)


Σε μονοπάτια γειτονικά

το μυαλό μου στύβω

Στα φώτα της άδειας ταβέρνας

μεζονέτες προς πώληση

μισοχτισμένα διώροφα

με κήπο

ή σκάλες


Γάτες με κοιτούν

δεν τις είδα ποτέ μου

Σκύλοι με απειλούν

δεμένοι στις αυλές τους


Ακολουθώ τον ανοιξιάτικο άνεμο

Νερό αγιασμένο

Στύβω τις σκέψεις μου

μήπως και θυμηθώ

από πού έρχομαι και πού πηγαίνω


Μόνο ιδρώτας και πόνος μυϊκός

και η καρδιά, ένας μυς είναι


Ερωτικά τραγούδια

χωρίς να ερωτεύομαι

Μυστικά

σε βήματα

προς το εδώ ή για κάπου αλλού;


(σε συνάντησα)


Ανυπόφορο, εκνευριστικό

μικρό, αδιάφορο και ξένο

αφιλόξενο

καταραμένο


Εδώ, διψάω

Στο αλλού, βυθίζομαι


Βαφτίζομαι

ξανά ως ξένη

Επιστρέφω

ξεδιψασμένη

και με επίγνωση

Ο αέρας μυρίζει αναμνήσεις

παιδικές

επιθυμίες αθώες

χαρά, ελπίδα, παραμύθι.

Ζω!

Όχι εδώ, αλλού


Μήνες, χρόνια

πάντα

Αλλού γεννήθηκα

και μόνο αλλού θέλω να πηγαίνω

αλλού να βρίσκομαι

αλλού να στέκομαι

αλλού να αναπνέω


Τα μάτια μου μόνο αλλού να βλέπουν

και κάθε αίσθηση του σώματος

και της ψυχής

αλλού να αντιδράει

αλλού να ξεδιψά

αλλού να αναφέρεται

και αλλού να μιλάει...


Ζω, αλλού και πάντα,

βαφτίζομαι εδώ ξανά ως ξένη


Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

ΛΗΓΟΥΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ;






 14

 “Λήγουν τα όνειρα;”


Και σε ρωτώ, λήγουν τα όνειρα;

Ηλιαχτίδες σβησμένες στου φωτός τις καταιγίδες

απρόσμενες αναθυμιάσεις χαλασμένου γάλατος

γιατί έμεινα πίσω όταν έφευγες μπροστά

στα λασπόνερα

σε κήπους

στα λιβάδια

μια νεροποντή περίμενα

να ανθίσω

σε νεογνά μοσχάρια να μιλήσω

σε αρνάκια, αθώα, με μάτια θλιμμένα, αλλά και χαρούμενα.


Ζούμε ευτυχισμένοι μέσα στα φθινοπωρινά χορτάρια

γλείφοντας σταγόνες της βροχής

περιμένοντας ένα χέρι

που θα 'ρθει, θεόσταλτο φαίνεται

να μας απαλλάξει

από το ψεύτικο όνειρο

της γαλήνιας κατήφειας.


Ημερομηνία παραγωγής της αλήθειας

το χαμόγελο θα σβήσει στα μάτια των αθώων

πεσόντων ηρώων

μαχητών της αποκατάστασης μιας ηρεμίας

με ημερομηνία λήξεως

την τελευταία ελπίδα


Χρονόμετρο προς συγχώρεση

του απαλλαγμένου

από κάθε ευθύνη


Θεόσταλτος και ο πόνος, άλλωστε

Θρίαμβος για εμάς τους πεθαμένους


Και σε ξαναρωτώ, πότε λήγουν τα όνειρα

ποια είναι η μέρα της κρίσης

για εμάς τους δύο;


γιατί είμαι σίγουρη πως δεν ήταν εκείνη η νύχτα

η χειμωνιάτικη που μου 'λεγε το βλέμμα σου το αντίο,

δεν ήταν ούτε η άνοιξη που τα χείλη σου έσβησαν από τη μνήμη μου

μα ούτε, ούτε το καλοκαίρι που πνίγηκα στο νερό της λίμνης

χωρίς αλάτι, χωρίς συντηρητικό, χωρίς άλλη κατάθεση λέξεων,

ούτε συναισθημάτων

χωρίς συγκατάθεση στον πνιγμό αυτόν

χωρίς γέλιο

χωρίς φως, χωρίς σκέψη, χωρίς ανάμνηση


Μα πότε χάθηκαν όλα αυτά ούτε που το κατάλαβα

θαρρείς πως, ο χρόνος ξέχασε να αγγίξει εκείνη

την ημερομηνία

του θανάτου μας


Αστέρι είσαι τώρα κι εσύ μαζί μου

κι εγώ ανθισμένο περιστέρι σε πεζοδρόμιο άγνωστης πόλης,

ούτε που θυμάμαι πώς έφτασα εδώ


Και σε ρωτώ, λήγουν τα όνειρα;

Ποτέ, μου απαντάς, ποτέ

χωρίς πια να υπάρχεις

 

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

ΨΥΧΗΣ ΑΠΟΥΣΙΕΣ




 13

 Ψυχής Απουσίες



Σε φλομώνουν με τεχνητά αρώματα

φοβούμενες πως έχουν χάσει το φυσικό

Γελούν δυνατά και με νάζι

μυρωδάτα, απεγνωσμένα πτώματα, στεγνά

Σε ξεσκίζουν για να επιβιώσουν,

οικτρές παρουσίες.

Ψυχής απουσίες.


Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2024

ΑΓΡΙΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ


 

 

 

 12

Άγριο Τριαντάφυλλο



Μου έδωσες και δάγκωσα ένα τριαντάφυλλο

Τα αγκάθια του έμπηξα μέσα στα χείλη μου

κόκκινο αίμα χύθηκε για σένα


Κάποτε ήμασταν δύο

μα τώρα

τρία γίναμε


Ροδοκόκκινα πέταλα

μυρίζουν μέταλλο και γίνονται ρυάκι

με παρασύρουν στη δίνη του πόθου

στη δύναμη του ποτέ


Εγώ ποτέ

Εσύ ποτέ

Εκείνη


Φύγαμε τόσο γρήγορα από τη γλάστρα όπου είχαμε ριζώσει

θα ήταν ένα χέρι

πάντα ένα χέρι είναι

που σε γραπώνει

και δεν σ' αφήνει ούτε λέξη να πεις

σε αρπάζει και σε κόβει από τη βάση σου

ούτε αντίο στα διπλανά λουλούδια, δεν προλαβαίνεις

τρέχεις

ασταμάτητα

μέχρι να φτάσεις

μακριά

όσο πιο μακριά ένα λουλούδι μπορεί να φτάσει

 




Σε βοηθούν οι άνεμοι

και οι άγγελοι με τα χρυσά φτερά

όχι εκείνοι με τα βέλη τα κόκκινα

όχι

μόνο οι άγγελοι με τα χρυσά φτερά


Σταγόνες αίματος στον αέρα

με σηκώνουν από το έδαφος

ένας στον κάθε ώμο

απ' τα μαλλιά με κράτησαν άλλοι τρεις

τρεις

όπως εμείς

 




Δεν ξέρεις τι θα πει φωτιά

αν δεν έχεις δει πώς είναι

από το δύο, τρία να γίνεσαι

από το ένα, μηδέν


μηδενικό και μύθος

αστέρι

φωτιά

 

Σε ένα πηγάδι έσκυψα καθώς καιγόμουν

να πιω

και έγινα άγαλμα

πάγος στο σκοτάδι

 

 


Το πρωί, λιωμένο τριαντάφυλλο

με μάτια από φωτιά πλασμένα

και αγκάθια, ψεύτικα, έτσι για το θεαθήναι


Δεν ξέρεις τι θα πει φωτιά

αν δεν έχεις πεταχτεί μέσα σε ξερά χόρτα

ξεχασμένο στολίδι

ανάμνηση που ξεθωριάζει

πίνακας, πορτραίτο σιωπηλό,

με μάτια ανοιχτά, καρφωμένα

στον ουρανό



---


μα όταν το αρχαίο πνεύμα ξυπνά

φόβος και τρόμος

σ' εκείνο το χέρι

που από το δύο, τρία έφερε

από ένα, μηδέν άφησε!


Έξω από το ανθοδοχείο σου

μακριά από το γραφείο σου

πέρα μακριά από το παράθυρό σου,

μακριά

τόσο μακριά,

που δεν θυμάσαι πια ούτε τον δρόμο για τον γυρισμό

ξεχασμένος


Φόβος και τρόμος

στα χέρια εκείνα

που κόβουν λουλούδια

και σκορπίζουν τα ματωμένα τους πέταλα στον αέρα

για τους χρυσούς αγγέλους

να μαζέψουν


Φόβος και τρόμος για όσους

τα πνεύματα της φωτιάς

ξυπνούν

πάντα ξυπνούν

και αγκάθια στέλνουν, που είναι από άλλη μάνα

και πονάνε

κάπως αλλιώς,

εξ αποστάσεως

 

 



Ένα, δύο, τρία

και μηδέν

στο μηδέν,

αρχίζεις να ανεβαίνεις...


Φόβος και τρόμος

στο χέρι εκείνο

που τα αγκάθια θα αισθανθεί

αργά

πολύ αργά

και στο χώμα μόνο του θα βουλιάξει

χωρίς ανάσα

ήρθε το τέλος


Το λουλούδι

ανάσταση

η φωτιά

ζέστη

το παρελθόν πνίγηκε

και το σκουπίδι ανέκτησε αξία

πολύτιμο ρουμπίνι, όχι

όχι πια αίμα και φωτιά

πολύτιμος λίθος άλλου χρώματος

Σμαράγδι


Ξέχασα τα ματωμένα μου λουλούδια

δεν θυμάμαι ούτε τους ηλίανθους

ούτε τα χρυσαφικά στο μπαούλο

μόνο τον ήλιο

 

 

 

Μου έδωσες και δάγκωσα ένα άγριο τριαντάφυλλο, το θυμάμαι αυτό

Αίμα έγινα και απλώθηκα στον ουρανό

Φωτιά και μύθος για σένα

μα όταν ξύπνησα

σκόνη γύρω μου


Στάχτη

και ήλιος

σκόνη


Μόνο τον ήλιο

ακολουθώ,

και από το μηδέν, ανεβαίνω

 


Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024

ΘΥΜΑΣΑΙ;




 11

Θυμάσαι, τότε που ήμασταν παιδιά;


Θυμάσαι που γελούσαμε σαν παιδιά;

Θυμάσαι που μου κρατούσες το χέρι;

Θυμάσαι που με σήκωνες στον αέρα;


Θυμάσαι;


Θυμάμαι που μου έκλεισες την πόρτα,

και το γέλιο έσβησε απ' τα χείλη μου

Θυμάμαι που ένιωσα τα δάχτυλά σου

να γλιστρούν απ' τα δικά μου

και μου έλειψες πριν ακόμη φύγεις

Θυμάμαι που σου έπεσα απ' τα χέρια

και μάτωσα, σαν παιδί


Θυμάσαι;


Θυμάσαι πως κι εσύ ο ίδιος το ήξερες,

πως δεν μπορούσα να σ' εμπιστευτώ;

Θυμάσαι που μου ορκίστηκες

και πάτησες τον όρκο σου στο σκοτάδι;

Θυμάσαι που θύμωσες,

με τα ίδια σου τα ψέματα;


Θυμάσαι;


Θυμάμαι πως μου έκοψες το γέλιο

και το παιχνίδι τέλειωσε

Θυμάμαι πως ξεπούλησες

το φιλί μας

Θυμάμαι πως με τις πράξεις σου

με έδιωξες

και δεν ήμασταν πια φίλοι


Θυμάμαι...


Θυμάμαι πως κάποτε ζούσαμε σαν παιδιά

στον παράδεισο

Θυμάμαι πως μου είπες

πως δεν θα με ξεχνούσες ποτέ,

και αν δεν το είπες,

το ένιωσα,

και αν δεν το ένιωσα τότε,

το έμαθα μετά

και τώρα το ξέρω

πως το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ


Θυμάσαι;


Θυμάσαι το παιχνίδι μας;

Το γέλιο μας, το θυμάσαι;


Έλα, έλα να γίνουμε πάλι φίλοι

και να διεκδικήσουμε ξανά,

να αγοράσουμε πάλι

εκείνο το φιλί μας

και να πούμε αστεία

για τα χείλη μας

να γελάσουν ξανά


Έλα, έλα να με σηκώσεις πάλι στον αέρα

και αν δεν το κάνεις,

θα σε σηκώσω εγώ

και σου τ' ορκίζομαι,

δεν θα πέσεις να χτυπήσεις

σαν παιδί, δεν θα κλάψεις


Έλα, άνοιξε πάλι εκείνες τις πόρτες

και φέρε τα δάχτυλά σου να πλεχτούν

μες στα δικά μου

να σε κρατώ απ' το χέρι


Έλα να σου πω ένα αστείο που θυμήθηκα

και μπορεί να το θυμάσαι κι εσύ

Μόνο μη θυμώσεις αν είναι ψέμα,

αθώο θα 'ναι

για να γελάσουμε,

σαν παιδιά








Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

ΠΛΑΣΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

 



10

 Πλάσμα της σιωπής



Σε ακούω, πλάσμα της σιωπής

καμωμένο από αμέτρητους χτύπους και ανάσες


Σε ακούω, πλάσμα μελωδικό

των ασμάτων της καρδιάς

ακούραστης, στα βάθη του χρόνου


Σε ακούω που σηκώνεσαι τα βράδια

και σέρνεις εδώ κι εκεί το σεντούκι με τις νότες


Σε βλέπω απέναντί μου να κινείσαι στο σκοτάδι

ν' αγγίζεις το παράθυρο, τραβώντας τις κουρτίνες


Βρίσκω το αποτύπωμά σου στο τζάμι το πρωί

Όταν κάτω απ' τις κουβέρτες ξανά έχεις κρυφτεί

κάνοντας πως κοιμάσαι


Σε παρατηρώ, πλάσμα της νύχτας,

της λησμονιάς και των ευχών

πλάσμα της προσευχής και του ονείρου


Και σου μιλώ, πλάσμα, εσύ

αδύναμο και φοβισμένο


Σε προσκαλώ, λοιπόν, να βγεις

να 'ρθεις εδώ μπροστά μου

μ' όλη τη δύναμη που έχουν τα πνευμόνια που σου δάνεισα,

μέσα απ' το στέρνο μου να πεταχτείς,

πάλι εδώ στο παράθυρο, στάσου στο μπαλκόνι,

κοίτα τον δρόμο να ανοίγεται

και μίλα!


Φώναξε με κραυγές, γέλια ή δάκρυα,

ό,τι σου βγει, δεν με πειράζει,

μόνο να κάνεις σαματά!


Και σ' το υπόσχομαι, στον ρυθμό σου, εγώ θα χορέψω


Έπειτα, μην ξεχνάς, αφού τα βγάλεις από μέσα σου όλα,

άνοιξε κι εκείνο το σεντούκι με τους θησαυρούς,

εκείνο που το σέρνεις όλη νύχτα γύρω γύρω

και με τη μέρα το κρύβεις κάτω από το φως


Βγάλ' το απ' την κρυψώνα του,

εκείνο που όλη νύχτα τραγουδάς

και δεν μ' αφήνεις ούτε λίγο να ξεκουραστώ


Σε ακούω, πλάσμα της σιωπής

Άσε ελεύθερη τη φωνή σου

Χρόνια με ταλαιπώρησες, ήρθε καιρός να μιλήσεις

 

 


 


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2024

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ



 9

Προσκλητήριο



Αφιερωμένο στο “λουλούδι” μου



Ανυπόφορο να την κοιτώ

τόσο άδεια

θλιβερή

εκείνη η γωνία


Η απουσία σου αισθητή

Έναν ήχο ψηλαφώ

στο παράθυρο

που σε φυσούσε

Τις νύχτες που κρύωνες

Τώρα θα ζεσταινόσουν


Βαρύ,

σύννεφο κάλυψε

τα σημεία όπου πατούσες


Δεν με άφησες εσύ

το ξέρω

ακόμη με προσέχεις

και σου μιλώ

θα σου μιλώ

ακόμη

όσο αντέχεις


Σύννεφο κάλυψε τη Γη

δροσερό απ΄ τα δάκρυά μου

Φούσκωσε κι έριξε

βροχή

την αγκαλιά μου


Σταγόνες έπεσαν παχιές

κλάματα χωρίς πόνο

Ιερό

λουλούδι φύτρωσε

στο πάτωμα του σπιτιού


Θυμίζει κλώνο


ανθούριο ή ορίανθος

αγριο-

τριανταφυλλιά

Πράσινα φύλλα θρέφονται από την υγρασία

της απώλειας

Κόκκινα πέταλα

του θάρρους

με χαιρετούν με σκοπιμότητα


Με συναντάς ξανά

εδώ

μέσα στη φύση

Πίσω απ' τους ίδιους τοίχους

Ανθίζεις

και δεν μου λείπεις


Με ακουμπάς και μου μιλάς

κουνώντας φύλλα και πίνοντας νερό

Μόνο νερό


Σύννεφο γίνεται η αγκαλιά μου

να σε δροσίζει τακτικά

να μη διψάς και χάνεις την ηχώ σου


Να περπατάς στα δωμάτια

και να κοιμάσαι

δίπλα στο παράθυρο,

στη γωνία

της φύσης

που σε γέννησε και σε ξαναγεννάει


Μαζί για πάντα

εδώ κι εκεί

όπου κι αν είσαι

θα σε ακολουθώ


Όπου κι αν είμαι

σε προσκαλώ

να μου χτυπάς το τζάμι σαν βροχή

και να ξαπλώνεις πάντα

να ζεσταθείς κοντά

στη ζωντανή καρδιά μου








Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

"ΚΟΙΤΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑΜΕ!"

Προσοχή: το κείμενο που ακολουθεί είναι βαθιά συγκινητικό, αν όχι για όλους σίγουρα για τους περισσότερους και πρωτίστως για μένα 💜 Αυτού του είδους ο πόνος όμως είναι ιερός και πιστεύω ότι αξίζει να τον αισθανθούμε τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας 🙏



“Κοίτα πού ήρθαμε!”


Στις 27 Φεβρουαρίου, Καθαρά Δευτέρα, ήμασταν ακόμη άρρωστες. Το πρωί την πήρα αγκαλιά και την έβγαλα να ξαπλώσει στο μπαλκόνι για να τη ζεστάνει ο ήλιος. Να ζεστάνει κι εμένα. Ήμουν πολύ κουρασμένη. Σιγά σιγά, το μωρό μου χαλάρωσε και κοιμήθηκε γλυκά. Κι εγώ λαγοκοιμήθηκα με προσευχές δίπλα της στο καρεκλάκι.

Σύντομα αισθανθήκαμε και οι δυο καλύτερα! Μάλιστα, αφού αργότερα την είχα φέρει πάλι μέσα στο σπίτι και είχε αποκοιμηθεί ήσυχα, μόλις ξύπνησε και πήγα να τη βοηθήσω να σηκωθεί, σε μια στιγμή, αλήθεια, τα κατάφερε. Στάθηκε όρθια στα τέσσερα ποδαράκια της, με το κεφάλι ευθεία!


Η ελπίδα έλαμψε μέσα μου. Σκέφτηκα πως πάλι, μπορεί να το ξεπερνούσε!

Όμως γρήγορα, τα ποδαράκια της παρέλυσαν πάλι και το κορίτσι μου απογοητεύτηκε. Ήταν η πρώτη μέρα που δεν έφαγε.

Έπινε μόνο νερό, κι εκείνο προσπαθούσα να τη σταματήσω, να πίνει λιγότερη ποσότητα για να μην το κάνει εμετό.

Το απόγευμα έβρασα ρύζι και της το ανακάτεψα με κονσέρβα. Δεν την ενδιέφερε. Το βράδυ έβλεπε εφιάλτες.

Σηκωνόμουν κάθε δυο ώρες για να τη βοηθήσω, να την καθαρίσω, να την ηρεμήσω.


Στις 28 Φεβρουαρίου ήπιε νερό το πρωί, αλλά το έκανε εμετό. Την έβγαλα πάλι να καθίσουμε έξω, αν και είχε συννεφιά. Το αεράκι την ηρέμησε. Δίπλα ήταν ο ανιψιός μου, και μιλούσαμε. Σε λίγο  αποφάσισα να μπούμε μέσα και να της βράσω κοτόπουλο για να φάει κάτι και να δυναμώσει.


Ήταν η πρώτη φωνούλα πόνου που έβγαλε εκείνη τη στιγμή, που μου ράγισε την καρδιά. Γάβγιζε, από πόνο, στον αέρα.

Την έφερα μέσα, την ξάπλωσα στο πάτωμα πίσω από την πόρτα και ξεκίνησα αργά και δυνατά να της λέω το Πάτερ Ημών για να μ' ακούει. Ησύχασε και άκουγε.

Τρεις φορές, αργά, δυνατά. Ευλογήθηκε.


Την πήγα στα σεντονάκια της. Άρχισε πάλι να κλαίει.

“Εδώ είμαι, αγάπη μου, εδώ.”

Έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι εκεί, καλά, δίπλα της, αν και ακόμη άρρωστη κι εγώ. Καθάριζα κοντά της για να με βλέπει, έβραζα το κοτόπουλο. Όλη την ώρα όμως, κάπου κάπου έκλαιγε, γάβγιζε. Κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια. Σκέφτηκα πως πονάει η κοιλιά της αφού δυσκολεύεται να ενεργηθεί γιατί δεν μπορεί να σταθεί όρθια. Όντως, ξαπλωμένη, κάτι έκανε και το καθάρισα. Μου φάνηκε καλύτερη η όψη της. Σκέφτηκα πως τώρα θα ηρεμήσει.


Για λίγο, ναι, ηρέμησε. Έπειτα άρχισε πάλι το κλάμα.

Δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε γύρω της. Αυτό συνεχίστηκε μέσα στο μεσημέρι καθώς πάλευα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Έψαχνα τρόπους, λύσεις, ιδέες. Είχα δει αίμα.

Τώρα δάγκωνε το πόδι της μέσα στον λήθαργο του πόνου και αναγκάστηκα δυο φορές να ξεσφίξω το σαγόνι της και να της βάλω μπροστά το αρκουδάκι της για να δαγκώνει αυτό.


Τα μάτια μου είχαν γίνει βρύσες ορθάνοιχτες. Είχα καταφέρει να συνεννοηθώ με τον γιατρό για να με περιμένει. Ήξερα ότι θα μου πουν για ευθανασία. 'Ηθελα μόνο να της δώσω ένα ηρεμιστικό, κάτι για τον πόνο, και ύστερα να τη φέρω πάλι πίσω στο σπίτι. Να σκεφτώ...

Ίσως ήταν καλύτερα να πέθαινε εδώ. Τώρα που ηρέμησε, να μην ταλαιπωρηθεί άλλο, να μην πρέπει να πάρω μια τόσο σκληρή απόφαση, να μην υποφέρει περισσότερο.

Αφού την καθάρισα ξανά και την άφησα για δυο λεπτά σε καθαρό σεντόνι, την πήρα στην αγκαλιά μου.


Κοιμόταν βαριά, ήταν αναίσθητη.

Την έβγαλα έξω, στα χόρτα. Την άφησα να τα αισθανθεί. Τα μάτια της είδαν τον ουρανό; Το στόμα της άνοιξε. Είχε ήδη πεθάνει ή πέθαινε εκείνη τη στιγμή, στα χέρια μου, μέσα στη φύση;

Το κορμάκι της έκανε δυο σπασμούς, ξαπλωμένο στο χορτάρι.


Μου φάνηκε πως είχε ακόμη σφυγμό. Την πήρα ξανά στην αγκαλιά μου και κουλουριάστηκε στα πόδια μου στο αυτοκίνητο. Ήταν ήσυχη, όπως κάθε φορά που πηγαίναμε μαζί ταξίδι. Το χέρι μου, μονίμως στο σημείο όπου πίστευα πως ένιωθα τον χτύπο της καρδιάς της. Τα δάκρυά μου, ατελείωτα ρυάκια.





Το αυτοκίνητο έστριψε σε τουριστική περιοχή με φοινικόδεντρα. Ο απογευματινός ήλιος ξεπρόβαλε γύρω μας, καθώς πλησιάζαμε στο ιατρείο μικρών ζώων.

“Κοίτα, Μπάρμπι μου, πού ήρθαμε για να πεθάνουμε, ωραίο μέρος!” σκέφτηκα.


Είχε κόσμο έξω από το κτηνιατρείο. Αυτή τη φορά, ήμουν εγώ η δραματική κοπέλα που έκλαιγε για το ζωάκι της. Αυτή η κοπέλα που χρόνια πριν την έβλεπα σε κάθε μας επίσκεψη.


“Είναι ετοιμοθάνατο” άκουσα τη φωνή του πατέρα μου και μου έκαναν χώρο για να περάσω.

Την άφησα αναίσθητη στο τραπέζι του κτηνιάτρου. Εκείνος φόρεσε τα ακουστικά του.


“Έχει φύγει”, μου είπε.

“Μα, πώς... Τι είναι αυτό που νιώθω εδώ;”

Το έλεγξε.

“Όχι. Μυικός σπασμός.”


Μόλις είχα χάσει ένα μέρος του εαυτού μου.

Ήμουν άδεια

όταν μπήκα στο σπίτι.


Πρώτη Μαρτίου το πρωί έγινε η ταφή, με απόλυτο σεβασμό.

 



Απόσπασμα από το ημερολόγιο μου, στη μνήμη της Μπάρμπι που με συνόδευσε στη ζωή από τον Οκτώβριο του 2005 ως τον Φεβρουάριο του 2023.

Μακάρι να έχουν όλα τα ζωάκια τα χρόνια της κι όλοι οι άνθρωποι μια τέτοια παρέα.


Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Φίφης & Εκάβη

 

Το διήγημα που ακολουθεί γράφτηκε κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου «Δημιουργική γραφή: Από τη φαντασία στο χαρτί» από το Skillbox.gr και συμπεριλαμβάνεται στο Εbook Σκιές της αθωότητας, το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν εδώ.

Παρεμπιπτόντως, συστήνω ανεπιφύλακτα το σεμινάριο, καθώς είναι πλούσιο σε γνώσεις και παραδείγματα με εξαιρετικό καθηγητή τον κ. Χαλκόπουλο! 

 

 

 



Φίφης & Εκάβη,
 της Μαρίας Ιωσηφίδη

 
 
Αναρωτιέμαι αν αλήθεια με θυμάσαι. Ήμασταν κολλητές, έτσι δεν είναι; Ή μήπως είναι όλα δημιούργημα του μυαλού μου; Ήταν αλήθεια τότε, αλλά αν εσύ ήσουν τόσο μικρή που το ξέχασες, είναι πλέον μία ψευδαίσθηση.
 
Ήλπιζα να σε έβρισκα στο σπίτι, αλλά τα παράθυρα μοιάζουν συνεχώς σφραγισμένα, εκτός και αν με είδες από το τζάμι του παιδικού σου δωματίου, και τώρα κρύβεσαι στα σκοτάδια του.
 
Χρειάζομαι κάποιες απαντήσεις από εσένα σχετικά με ένα φλέγον ζήτημα που με απασχολεί έντονα, κυρίως το σημερινό πρωινό, καθώς ποτίζω τα λουλούδια της αυλής, που έχουν ξεραθεί σε αυτό το ακατοίκητο πια σπίτι, στο στενό πίσω από το δικό σου.
 
Ίσως να ήσουν εσύ που πέρασες έξω από το παράθυρό μου. Δεν πρόλαβα να βγω για να σε χαιρετήσω, στάθηκα και σε κοιτούσα από το τζάμι, άναυδη, κρυμμένη πίσω από τον τοίχο για να μην με δεις.
 
Ήσουν ή δεν ήσουν, δεν έχει σημασία. Τώρα πρέπει να σου μιλήσω πολύ σοβαρά γιατί από την απάντηση σου κρίνεται το υπόλοιπο της ζωής μου. Κρατάς το μυστικό της προσωπικότητάς μου!
 
Ευθύνεσαι για κάθε λάθος στη στάση μου, για την απάθεια που μου στοίχισε την πιο σημαντική σχέση, τον γάμο μου! Ναι, είναι αλήθεια, χωρίσαμε με τον άντρα μου και χθες το βράδυ έζησα κάτι τρομερό. Ίσως να φταίει αυτή η αφύσικη ησυχία στη γειτονιά, που με κάνει να αναρωτιέμαι αν όλες οι παιδικές αναμνήσεις, όλη εκείνη η φασαρία που ζωντανεύει στον νου μου κάθε φορά που ταξιδεύω πίσω σε αυτό το άδειο πλέον μέρος, το παντοτινό καταφύγιο της ψυχής μου, αν είναι τελικά υπαρκτά γεγονότα πίσω στον χρόνο.
 
Η αβεβαιότητα, όπως καταλαβαίνεις, με κάνει να χάνω το θάρρος καθώς οι πιο ζωηρές στιγμές της ζωής μου, οι πιο εκφραστικές ίσως, οι στιγμές που ήμουν πραγματικά ελεύθερη, χάνουν έδαφος και μένουν μετέωρες, χωρίς γειτονιά, χωρίς το μυαλό μιας φίλης να με κρατάει ακόμη ζωντανή, αφού με πρόδωσες και έπειτα μεγάλωσες και είμαι σίγουρη πως με ξέχασες.
 
 
 

Δεν ξέρω αν έχει πια νόημα να σου μιλήσω για ό,τι μου συνέβη τη χθεσινή νύχτα. Ίσως να είναι μάταιο, αλλά θα κάνω μία προσπάθεια να σου εξηγήσω. Εν συντομία, βέβαια, διότι η Εκάβη νιαουρίζει αγριεμένη θέλοντας να διώξει από κοντά της τον Φίφη με χαστούκια, κάτι που με κάνει να χάνω τη ροή της σκέψης μου! Υποφέρω βλέποντας τον αδύναμο Φίφη να κάνει πάντα πίσω. Είναι ντροπαλός και εκλιπαρεί με τέτοιο θλιβερό τρόπο για την αγάπη της Εκάβης που εκείνη τον θεωρεί κατώτερο και δεν τον θέλει καθόλου. Βρίσκει πάντα τρόπο να του επιβεβαιώσει πως είναι ανεπιθύμητος.
 
Ας μην καθυστερώ άλλο, όμως, είναι ντροπιαστικό μα πρέπει να σου μιλήσω γι' αυτό. Πηγαίνω, που λες, στο ζαχαροπλαστείο. Το μαγαζί είναι ασφυκτικά γεμάτο κόσμο, λόγω του διαλείμματος που έχουμε κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος, και καθώς κοιτώ τα γλυκά στις βιτρίνες, και αρχίζω να τα λιγουρεύομαι όλα, εκεί που βρίσκομαι να επιλέξω ανάμεσα σε μια τάρτα λεμόνι και μια πάστα αμυγδάλου, διαπιστώνω πως δεν έχω μαζί μου χρήματα.
 
Το πιστεύεις; Πώς και γιατί μπήκα μέσα στο μαγαζί χωρίς χρήματα; Με παρέσυρε προφανώς η μάζα των συμμαθητών μου και ούτε που πρόλαβα να σκεφτώ αν η αγορά γλυκού ήταν δικός μου στόχος εξ αρχής. Ψάχνω μανιωδώς στις τσέπες μου και βρίσκω μονάχα ένα κέρμα χωμένο στα υφάσματα.
 
Τα σώματα των διπλανών μου, ιδρωμένα, με ακουμπούν και με σπρώχνουν. Αναγκαστικά συνεχίζω να προχωρώ προς το ταμείο, και περιμένω να έρθει η σειρά μου, μη μπορώντας να γυρίσω προς την έξοδο.
 
Ενώ ακόμη σκέφτομαι πυρετωδώς έναν τρόπο για να βγω από το μαγαζί, κουτάκια με κορδέλες περνάνε πάνω από το κεφάλι μου με εκνευριστική ταχύτητα και αρχίζω να ζαλίζομαι.
 
Πλησιάζοντας τελικά στο ταμείο, καταφέρνω να επιλέξω κάτι φθηνό, ένα σοκολατένιο γλειφιτζούρι. Το πιάνω και το κρατώ σφιχτά ως λάφυρο ή ως σωσίβιο σωτηρίας.
 
Απέναντί μου στέκεται ένας χοντρός ζαχαροπλάστης που στρώνει το λευκό του καπελάκι και με κοιτάζει στραβά, καθώς ετοιμάζομαι να πληρώσω με το κέρμα που έχω στο χέρι μου.
 
Συνεχίζει να με κοιτάζει με τον ίδιο αλλόκοτο τρόπο, χωρίς να κάνει άλλη κίνηση. Το πάνω χείλος του τρέμει και το μουστάκι του το φυσάει ξαφνικά ένα αεράκι καθώς η πόρτα πίσω του ανοίγει.
 
Αισθάνομαι πως απειλούμαι, αλλά αυτό δεν με πτοεί.
 
“Πόσο κάνει;” τον ρωτάω δίνοντάς του, εν τέλει, το κίνητρο για να ξεσπάσει σε γέλια, στρέφοντας την προσοχή όλων καταπάνω μου.
 
“Μόνο αυτό θες”, μου λέει, έτσι καταφατικά, χωρίς να βάλει ερωτηματικό στη φράση του.
 
“Ναι , αυτό.”
 
“Δεν κάνει τίποτα.”
 
“Πώς τίποτα;”
 
“Δεν μπορούμε να το ζυγίσουμε. Eίναι πολύ μικρό.”
 
“Μα πρέπει να πληρώσω. Πείτε μου, πόσο περίπου κάνει; Ένα ευρώ;” Του δείχνω ξανά το κέρμα μου.
 
“Όχι τόσο, είναι πολύ μικρό.”
 
“Τότε, εξήντα λεπτά;”
 
“Τίποτα σου λέω, τίποτα.”
 
“Μα πόσο να κάνει; Είκοσι λεπτά;” επιμένω.
 
Συνεχίζει να αγνοεί την επιθυμία μου να πληρώσω, ενώ εγώ τρέμω και ιδρώνω κάτω από την κεραυνοβόλα ματιά του, προσπαθώντας να υπολογίσω μία τιμή για αυτό το μικρό σοκολατένιο γλειφιτζούρι που θέλω απλώς, όπως καταλαβαίνεις, να το πάρω μαζί μου και να εξαφανιστώ. Όλοι με κοιτάζουν και γελάνε. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την ήττα.
 
Η δεύτερη υπάλληλος μας πλησιάζει, με εντυπωσιακό μακιγιάζ στο αγέρωχο ύφος της.
 
“Τι συμβαίνει;” ρωτάει τον ζαχαροπλάστη,
 
“Μπορείς να το ζυγίσεις;”, της λέει.

“Τι, μόνο ένα γλειφιτζούρι θέλεις;” μου λέει υποτιμητικά.
 
“Ναι”, απαντώ. Έχω γίνει κατακόκκινη, και τα χέρια μου ιδρώνουν γύρω από το ξυλάκι της σοκολάτας. 
 
Της δείχνω το κέρμα.
 
“Δεν μπορούμε να το ζυγίσουμε”, λέει και εκείνη.
 
“Και τότε τι θα κάνουμε;”
 
Κοιτάζονται.
 
“Κρατήστε τουλάχιστον είκοσι λεπτά”, τους προτείνω.
 
Γελάνε.
 
Οι υπόλοιποι πελάτες παραπονιούνται για την καθυστέρηση που έχω προκαλέσει.
 
Κανείς τους δεν παίρνει την απόφαση, όμως. Σαστισμένη ανάμεσα στις επιλογές μου, τελικά τους αφήνω ολόκληρο το κέρμα του ενός ευρώ πάνω στον πάγκο. Δεν κάνουν ούτε κίνηση για να μου δώσουν ρέστα.
 
Βγαίνοντας στο προαύλιο, δεν προλαβαίνω να πάρω ανάσα. Γύρω μου βρίσκονται διάσπαρτες κλίκες που με σχολιάζουν, ενώ προχωρώ ντροπαλά και στέκομαι δίπλα σε μια κολόνα όπου και δαγκώνω το πρώτο κομμάτι από το σοκολατένιο μου γλειφιτζούρι. Είναι καλό, δεν το αρνούμαι.
 
Σε λίγο όμως κανείς δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει, σε λίγο θα έχω φάει το ακριβά πληρωμένο γλυκό μου και θα βαριέμαι πάλι στην ήσυχη μοναξιά μου.
 
 

 
Ήθελα να σε ρωτήσω αν ήμουν πάντα έτσι, ή αν εσύ με θυμάσαι με εντελώς διαφορετικό τρόπο.
 
Πρέπει να ποτίσω τώρα τις γλάστρες, τον Φίφη και την Εκάβη, γιατί ακόμα και αυτούς, τους πρωτότυπους, τους κράτησε ο άντρας μου ως αποζημίωση για την ψυχική οδύνη που του προκάλεσε η απάθεια μου, όπως μου είπε. Και εγώ τι έκανα; Έκλαψα σαν τον Φίφη και δέχτηκα τη μοίρα μου. Την Εκάβη δεν την ένοιαζε καθόλου, επέλεξε ξανά τον πιο δυνατό ως σύμμαχο.
 
Αλλά εγώ μαζί σου, ήμουν η Εκάβη, δεν ήμουν; Τότε γιατί όταν είμαι μακριά σου είμαι ξανά ο Φίφης;
 
Δεν έχει νόημα να σου μιλήσω, δεν γνωρίζεις αυτές τις γάτες, ούτε τις γλάστρες μου, δεν θυμάσαι ούτε εμένα και δεν είσαι εδώ. Πάντως, σε αυτό το παράξενο όνειρο που είχα τη χθεσινή νύχτα, θυμήθηκα ξανά το σχολείο όπου ήμουν τόσο ντροπαλή, και τώρα καθώς βρίσκομαι πίσω στη γειτονιά, θυμάμαι πως δίπλα σου στεκόμουν ως πρωταγωνίστρια και ακόμα και αν δεν υπάρχω πια σε καμιά από τις αναμνήσεις σου, σκέφτομαι πως υποσυνείδητα επέλεξα να πληρώσω, και υποθέτω πως έστω αυτό να είναι μία ένδειξη εσωτερικής αυτοπεποίθησης.
 
 
 

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...