Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2024

"ΚΟΙΤΑ ΠΟΥ ΗΡΘΑΜΕ!"

Προσοχή: το κείμενο που ακολουθεί είναι βαθιά συγκινητικό, αν όχι για όλους σίγουρα για τους περισσότερους και πρωτίστως για μένα 💜 Αυτού του είδους ο πόνος όμως είναι ιερός και πιστεύω ότι αξίζει να τον αισθανθούμε τουλάχιστον μια φορά στη ζωή μας 🙏



“Κοίτα πού ήρθαμε!”


Στις 27 Φεβρουαρίου, Καθαρά Δευτέρα, ήμασταν ακόμη άρρωστες. Το πρωί την πήρα αγκαλιά και την έβγαλα να ξαπλώσει στο μπαλκόνι για να τη ζεστάνει ο ήλιος. Να ζεστάνει κι εμένα. Ήμουν πολύ κουρασμένη. Σιγά σιγά, το μωρό μου χαλάρωσε και κοιμήθηκε γλυκά. Κι εγώ λαγοκοιμήθηκα με προσευχές δίπλα της στο καρεκλάκι.

Σύντομα αισθανθήκαμε και οι δυο καλύτερα! Μάλιστα, αφού αργότερα την είχα φέρει πάλι μέσα στο σπίτι και είχε αποκοιμηθεί ήσυχα, μόλις ξύπνησε και πήγα να τη βοηθήσω να σηκωθεί, σε μια στιγμή, αλήθεια, τα κατάφερε. Στάθηκε όρθια στα τέσσερα ποδαράκια της, με το κεφάλι ευθεία!


Η ελπίδα έλαμψε μέσα μου. Σκέφτηκα πως πάλι, μπορεί να το ξεπερνούσε!

Όμως γρήγορα, τα ποδαράκια της παρέλυσαν πάλι και το κορίτσι μου απογοητεύτηκε. Ήταν η πρώτη μέρα που δεν έφαγε.

Έπινε μόνο νερό, κι εκείνο προσπαθούσα να τη σταματήσω, να πίνει λιγότερη ποσότητα για να μην το κάνει εμετό.

Το απόγευμα έβρασα ρύζι και της το ανακάτεψα με κονσέρβα. Δεν την ενδιέφερε. Το βράδυ έβλεπε εφιάλτες.

Σηκωνόμουν κάθε δυο ώρες για να τη βοηθήσω, να την καθαρίσω, να την ηρεμήσω.


Στις 28 Φεβρουαρίου ήπιε νερό το πρωί, αλλά το έκανε εμετό. Την έβγαλα πάλι να καθίσουμε έξω, αν και είχε συννεφιά. Το αεράκι την ηρέμησε. Δίπλα ήταν ο ανιψιός μου, και μιλούσαμε. Σε λίγο  αποφάσισα να μπούμε μέσα και να της βράσω κοτόπουλο για να φάει κάτι και να δυναμώσει.


Ήταν η πρώτη φωνούλα πόνου που έβγαλε εκείνη τη στιγμή, που μου ράγισε την καρδιά. Γάβγιζε, από πόνο, στον αέρα.

Την έφερα μέσα, την ξάπλωσα στο πάτωμα πίσω από την πόρτα και ξεκίνησα αργά και δυνατά να της λέω το Πάτερ Ημών για να μ' ακούει. Ησύχασε και άκουγε.

Τρεις φορές, αργά, δυνατά. Ευλογήθηκε.


Την πήγα στα σεντονάκια της. Άρχισε πάλι να κλαίει.

“Εδώ είμαι, αγάπη μου, εδώ.”

Έκανα ό,τι μπορούσα για να είμαι εκεί, καλά, δίπλα της, αν και ακόμη άρρωστη κι εγώ. Καθάριζα κοντά της για να με βλέπει, έβραζα το κοτόπουλο. Όλη την ώρα όμως, κάπου κάπου έκλαιγε, γάβγιζε. Κοιμόταν με ανοιχτά τα μάτια. Σκέφτηκα πως πονάει η κοιλιά της αφού δυσκολεύεται να ενεργηθεί γιατί δεν μπορεί να σταθεί όρθια. Όντως, ξαπλωμένη, κάτι έκανε και το καθάρισα. Μου φάνηκε καλύτερη η όψη της. Σκέφτηκα πως τώρα θα ηρεμήσει.


Για λίγο, ναι, ηρέμησε. Έπειτα άρχισε πάλι το κλάμα.

Δεν αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε γύρω της. Αυτό συνεχίστηκε μέσα στο μεσημέρι καθώς πάλευα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Έψαχνα τρόπους, λύσεις, ιδέες. Είχα δει αίμα.

Τώρα δάγκωνε το πόδι της μέσα στον λήθαργο του πόνου και αναγκάστηκα δυο φορές να ξεσφίξω το σαγόνι της και να της βάλω μπροστά το αρκουδάκι της για να δαγκώνει αυτό.


Τα μάτια μου είχαν γίνει βρύσες ορθάνοιχτες. Είχα καταφέρει να συνεννοηθώ με τον γιατρό για να με περιμένει. Ήξερα ότι θα μου πουν για ευθανασία. 'Ηθελα μόνο να της δώσω ένα ηρεμιστικό, κάτι για τον πόνο, και ύστερα να τη φέρω πάλι πίσω στο σπίτι. Να σκεφτώ...

Ίσως ήταν καλύτερα να πέθαινε εδώ. Τώρα που ηρέμησε, να μην ταλαιπωρηθεί άλλο, να μην πρέπει να πάρω μια τόσο σκληρή απόφαση, να μην υποφέρει περισσότερο.

Αφού την καθάρισα ξανά και την άφησα για δυο λεπτά σε καθαρό σεντόνι, την πήρα στην αγκαλιά μου.


Κοιμόταν βαριά, ήταν αναίσθητη.

Την έβγαλα έξω, στα χόρτα. Την άφησα να τα αισθανθεί. Τα μάτια της είδαν τον ουρανό; Το στόμα της άνοιξε. Είχε ήδη πεθάνει ή πέθαινε εκείνη τη στιγμή, στα χέρια μου, μέσα στη φύση;

Το κορμάκι της έκανε δυο σπασμούς, ξαπλωμένο στο χορτάρι.


Μου φάνηκε πως είχε ακόμη σφυγμό. Την πήρα ξανά στην αγκαλιά μου και κουλουριάστηκε στα πόδια μου στο αυτοκίνητο. Ήταν ήσυχη, όπως κάθε φορά που πηγαίναμε μαζί ταξίδι. Το χέρι μου, μονίμως στο σημείο όπου πίστευα πως ένιωθα τον χτύπο της καρδιάς της. Τα δάκρυά μου, ατελείωτα ρυάκια.





Το αυτοκίνητο έστριψε σε τουριστική περιοχή με φοινικόδεντρα. Ο απογευματινός ήλιος ξεπρόβαλε γύρω μας, καθώς πλησιάζαμε στο ιατρείο μικρών ζώων.

“Κοίτα, Μπάρμπι μου, πού ήρθαμε για να πεθάνουμε, ωραίο μέρος!” σκέφτηκα.


Είχε κόσμο έξω από το κτηνιατρείο. Αυτή τη φορά, ήμουν εγώ η δραματική κοπέλα που έκλαιγε για το ζωάκι της. Αυτή η κοπέλα που χρόνια πριν την έβλεπα σε κάθε μας επίσκεψη.


“Είναι ετοιμοθάνατο” άκουσα τη φωνή του πατέρα μου και μου έκαναν χώρο για να περάσω.

Την άφησα αναίσθητη στο τραπέζι του κτηνιάτρου. Εκείνος φόρεσε τα ακουστικά του.


“Έχει φύγει”, μου είπε.

“Μα, πώς... Τι είναι αυτό που νιώθω εδώ;”

Το έλεγξε.

“Όχι. Μυικός σπασμός.”


Μόλις είχα χάσει ένα μέρος του εαυτού μου.

Ήμουν άδεια

όταν μπήκα στο σπίτι.


Πρώτη Μαρτίου το πρωί έγινε η ταφή, με απόλυτο σεβασμό.

 



Απόσπασμα από το ημερολόγιο μου, στη μνήμη της Μπάρμπι που με συνόδευσε στη ζωή από τον Οκτώβριο του 2005 ως τον Φεβρουάριο του 2023.

Μακάρι να έχουν όλα τα ζωάκια τα χρόνια της κι όλοι οι άνθρωποι μια τέτοια παρέα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...