Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΝΑΜΠΕΛ ΛΗ - ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ - ΤΑΙΝΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΜΗΚΟΥΣ
Για λίγο, μπήκα στη θέση ενός φαντάσματος που ταλαιπωρεί τον ονειροπόλο ποιητή και τον γεμίζει με τύψεις για υποσχέσεις αγάπης που δεν μπόρεσε να τηρήσει.
Η νεαρή αγαπημένη του έφυγε από τη ζωή, αλλά εκείνος δεν βρίσκεται πια πουθενά. Eίναι μετέωρος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Δεν κατάφερε να την κρατήσει ζωντανή (ούτε την ίδια, ίσως ούτε την αγάπη του) και δεν αφήνει τον θάνατο να του κλέψει το σημαντικότερ που έχει: μια θλιμμένη ονειροπαρσία για μια αγάπη που ίσως ήταν αληθινή και ίσως είναι ακόμα ζωντανή.
Το φάντασμα τρέφεται από την αδυναμία του ποιητή και την κλίση του προς τις άσκοπες φαντασιώσεις, ζωντανεύοντας μέσα από τη δική του δυσκολία αναπνοής. Κλέβει ζωή αυτή, κλέβει θάνατο εκείνος. Γιατί ορισμένες φορές χρειαζόμαστε τα φαντάσματα ως μια γλυκιά παρηγοριά και μια αδικαιολόγητη επιθυμία για αυτοκαταστροφή.
Σε πολλά γραπτά του Πόε υπάρχει η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα και είναι πράγματι πολύ γλυκιά αυτή η τρομακτική αίσθηση απέραντης απελπισίας, τόσο γλυκιά που σχεδόν νιώθεις πως η συνάντηση με τον θάνατο έχει τον τρόπο να προσφέρει στο τέλος, τη ζωή.
Μια εξήγηση είναι πως στην αποδοχή του θανάτου, βρίσκεται η αποδοχή της ζωής.
Σημειώνω επίσης πως αγαπημένο βιβλίο που διάβασα φέτος ήταν η συλλογή με διηγήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, "21 Ιστορίες και το Κοράκι" από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, έτος έκδοσης 2013 με εξαιρετική μετάφραση!!!
Happy Haloween!
Δική μου διασκευή για μονόλογο του ποιήματος "Άναμπελ Λη" του Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Οι άγγελοι, ούτε στο μισό τόσο ευτυχισμένοι στον παράδεισο,
μας φθονούσαν.
Ναι, αυτός είναι ο λόγος, όπως όλοι γνωρίζουν σε αυτό το βασίλειο,
δίπλα στη θάλασσα,
που ο άνεμος βγήκε από ένα σύννεφο τη νύχτα,
με πάγωσε και με σκότωσε.
Αλλά η αγάπη μου,
ήταν πολύ πιο δυνατή από τη δική σου αγάπη,
αν και ήσουν μεγαλύτερος και σοφότερος.
Ούτε οι άγγελοι στον παράδεισο ψηλά,
ούτε οι δαίμονες κάτω από τη θάλασσα,
μπορούν ποτέ να διαχωρίσουν την ψυχή σου
από την ψυχή της όμορφής σου, Άναμπελ Λη.
Γιατί το φεγγάρι ποτέ δεν φέγγει,
χωρίς να σου φέρει όνειρα
και τ' αστέρια, ποτέ πια δεν ανατέλλουν,
αλλά νιώθεις τα λαμπερά της μάτια
που σε κοιτάζουν.
Κι έτσι, με τη νυχτερινή παλίρροια,
έλα, ξάπλωσε στο πλευρό μου.
Είμαι η αγαπητή, η αγαπημένη σου,
η ζωή και η νύφη σου.
Είμαι εδώ, στο μνήμα δίπλα στη θάλασσα,
στο κύμα που σκάει άγρια πάνω στα βράχια,
στον τάφο που με άφησες κλεισμένη.
Έλα, είμαι εδώ. Η ωραία σου, Άναμπελ Λη.
Annabel Lee by Edgar Allan Poe
It was many and many a year ago,
In a kingdom by the sea,
That a maiden there lived whom you may know
By the name of Annabel Lee;
And this maiden she lived with no other thought
Than to love and be loved by me.
I was a child and she was a child,
In this kingdom by the sea,
But we loved with a love that was more than love—
I and my Annabel Lee—
With a love that the wingèd seraphs of Heaven
Coveted her and me.
And this was the reason that, long ago,
In this kingdom by the sea,
A wind blew out of a cloud, chilling
My beautiful Annabel Lee;
So that her highborn kinsmen came
And bore her away from me,
To shut her up in a sepulchre
In this kingdom by the sea.
The angels, not half so happy in Heaven,
Went envying her and me—
Yes!—that was the reason (as all men know,
In this kingdom by the sea)
That the wind came out of the cloud by night,
Chilling and killing my Annabel Lee.
But our love it was stronger by far than the love
Of those who were older than we—
Of many far wiser than we—
And neither the angels in Heaven above
Nor the demons down under the sea
Can ever dissever my soul from the soul
Of the beautiful Annabel Lee;
For the moon never beams, without bringing me dreams
Of the beautiful Annabel Lee;
And the stars never rise, but I feel the bright eyes
Of the beautiful Annabel Lee;
And so, all the night-tide, I lie down by the side
Τα μεσημέρια που ο ήλιος έκαιγε και οι φυσιολογικοί πολίτες κρύβονταν στις σκιές, μια κυνηγός ορφανών ονείρων και παρατηρήτρια του κενού, διέσχιζε τα έρημα, καυτά μονοπάτια του τόπου που ήταν γι' αυτήν το δικό της μοναστήρι. Σε διαρκή επανάληψη ατένιζε το γαλάζιο που απλωνόταν ως το τέρμα του ορίζοντα κάτω από τα επιβλητικά βράχια. Τα βράδια, όμως, το σκοτάδι κι η υγρασία τύφλωναν την ψυχή της και καθώς η νύχτα ούρλιαζε μέσα της, είχε την ανάγκη να αγκαλιάζει σφιχτά ένα λευκό λούτρινο με κόκκινα αυτιά.
Το αγαπούσε σαν κάτι ζωντανό, γιατί στ' αλήθεια εκείνες τις ώρες ένιωθε μόνη, χωρίς κουπί στη μέση ενός ωκεανού και το άγνωστο για να το διασχίσεις χρειάζεται πάντα ένα χέρι να κρατάς - είτε ανθρώπου, είτε Θεού, είτε τουλάχιστον μιας οπτασίας. Το λούτρινο, παρά την κόκκινη καρδιά στα χέρια, δεν ήταν κάποιου πρώην κι είχε αποκτήσει στο σταθερό βλέμμα του την αιώνια παρουσία, ενώ στο σφίξιμο μέσα στη χούφτα της, τη βοηθούσε να κλείσει τα μάτια. Ωστόσο, αφού πέρασαν λίγοι μήνες κατά τους οποίους συνέχιζε αυτή τη ντροπιαστική για την ηλικία της, αλλά αναγκαία συνήθεια, σαν να απογαλακτίστηκε για δεύτερη φορά, άφησε αυθόρμητα το λούτρινο επάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης.
Τα πνεύματα, όμως, που κάθονταν στα παράθυρα και την παρακολουθούσαν, βλέποντας τη να δείχνει τόση αφοσίωση σε μια οντότητα χωρίς κύτταρο ή ψυχή, αποφάσισαν να κάνουν επίσης κάτι πρωτοφανές. Αφού οι άγγελοι τα κανόνισαν όλα, στάθηκαν στη μέση του παραλιακού δρομίσκου και την περίμεναν να φανεί στη στροφή, μετά από την κλειστή ταβέρνα του Σωκράτη. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε πρόσφατα πεθάνει, έτσι κάθισε μαζί τους για να δει τις εξελίξεις.
Καθώς η γυναίκα προχωρούσε στο συνηθισμένο μονοπάτι, άκουσε ξαφνικά ένα νιαούρισμα. Σταμάτησε απότομα. Μπροστά της είχε πεταχτεί, πεινασμένο, ένα λευκό στο σώμα γατάκι, με πορτοκαλί αυτιά και όμοια ουρά. Ζητούσε απαιτητικά την προσοχή της. Το κοίταξε, μη μπορώντας να το αγνοήσει. Έμοιαζε βγαλμένο από τους αφρούς της θάλασσας, τόσο λευκό και αστραφτερό που φαινόταν κάτω απ' τον ήλιο, τριγυρνώντας εκεί όπου έσκαγε το κύμα.
Η παρουσία του την είχε μαγνητίσει. Σαν αποκύημα της φαντασίας της, σαν ένα όνειρο ορφανό από αυτά που έψαχνε διαρκώς, είχε γεννηθεί από το αίσθημα βαθιάς πίστης. Έσκυψε απλώνοντάς του το χέρι κι εκείνο ήρθε αμέσως στην αγκαλιά της, με βλέμμα γνώριμο και μια ιδέα πως επέστρεφε επιτέλους στη μάνα του. Το λούτρινο είχε ζωντανέψει.
Κυλάει καθημερινά στους ίδιους δρόμους όπου κοιμάσαι τα
βράδια. Το πρωί δεν σε ξυπνά ο ήλιος που καίει τα χωράφια όπου φυτρώνουν
οι σπόροι των θέσεων στην κοινωνία. Ό,τι κι αν ρίξεις στο χώμα, οι
ρίζες του δεν θα σε κρατήσουν γερά.
Ξεκίνα να περπατάς ακόμη κι όταν
πέσει το φως, της νύχτας τα βήματα διασχίζουν βαγόνια περισυλλογής των
αργοπορημένων. Φορτηγά ευκαιριών για όσους χάθηκαν μα θέλησαν πολύ να
φτάσουν μέχρι τέλους, καθώς μια ελπίδα, χνούδι του αέρα τους κίνησε το
βλέμμα κι είδαν ξαφνικά μπροστά έναν οδηγό, ένα χέρι, έναν χάρτη,
μονοπάτι που δεν γνώριζαν πως ήταν δυνατόν να σκαφτεί στο σκοτάδι.
Η ζωή
δεν περιμένει, αλλά υπάρχουν, πάντα, τρένα για τους αργοπορημένους
καλλιτέχνες, μεθυσμένους στοχαστές, παραπλανημένους από την έλξη μιας
ιδιαίτερης στιγμής ποίησης χωρίς διέξοδο, μέσα στα ξερά χόρτα όπου
κείτονται σπόροι που δεν κατάφεραν να αγγίξουν τη γη.