Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024

Το λούτρινο στην παραλία



Το λούτρινο στην παραλία


Τα μεσημέρια που ο ήλιος έκαιγε και οι φυσιολογικοί πολίτες κρύβονταν στις σκιές, μια κυνηγός ορφανών ονείρων και παρατηρήτρια του κενού, διέσχιζε τα έρημα, καυτά μονοπάτια του τόπου που ήταν γι' αυτήν το δικό της μοναστήρι. Σε διαρκή επανάληψη ατένιζε το γαλάζιο που απλωνόταν ως το τέρμα του ορίζοντα κάτω από τα επιβλητικά βράχια. Τα βράδια, όμως, το σκοτάδι κι η υγρασία τύφλωναν την ψυχή της και καθώς η νύχτα ούρλιαζε μέσα της, είχε την ανάγκη να αγκαλιάζει σφιχτά ένα λευκό λούτρινο με κόκκινα αυτιά. 

Το αγαπούσε σαν κάτι ζωντανό, γιατί στ' αλήθεια εκείνες τις ώρες ένιωθε μόνη, χωρίς κουπί στη μέση ενός ωκεανού και το άγνωστο για να το διασχίσεις χρειάζεται πάντα ένα χέρι να κρατάς - είτε ανθρώπου, είτε Θεού, είτε τουλάχιστον μιας οπτασίας. Το λούτρινο, παρά την κόκκινη καρδιά στα χέρια, δεν ήταν κάποιου πρώην κι είχε αποκτήσει στο σταθερό βλέμμα του την αιώνια παρουσία, ενώ στο σφίξιμο μέσα στη χούφτα της, τη βοηθούσε να κλείσει τα μάτια. Ωστόσο, αφού πέρασαν λίγοι μήνες κατά τους οποίους συνέχιζε αυτή τη ντροπιαστική για την ηλικία της, αλλά αναγκαία συνήθεια, σαν να απογαλακτίστηκε για δεύτερη φορά, άφησε αυθόρμητα το λούτρινο επάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης. 


Τα πνεύματα, όμως, που κάθονταν στα παράθυρα και την παρακολουθούσαν, βλέποντας τη να δείχνει τόση αφοσίωση σε μια οντότητα χωρίς κύτταρο ή ψυχή, αποφάσισαν να κάνουν επίσης κάτι πρωτοφανές. Αφού οι άγγελοι τα κανόνισαν όλα, στάθηκαν στη μέση του παραλιακού δρομίσκου και την περίμεναν να φανεί στη στροφή, μετά από την κλειστή ταβέρνα του Σωκράτη. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε πρόσφατα πεθάνει, έτσι κάθισε μαζί τους για να δει τις εξελίξεις. 

Καθώς η γυναίκα προχωρούσε στο συνηθισμένο μονοπάτι, άκουσε ξαφνικά ένα νιαούρισμα. Σταμάτησε απότομα. Μπροστά της είχε πεταχτεί, πεινασμένο, ένα λευκό στο σώμα γατάκι, με πορτοκαλί αυτιά και όμοια ουρά. Ζητούσε απαιτητικά την προσοχή της. Το κοίταξε, μη μπορώντας να το αγνοήσει. Έμοιαζε βγαλμένο από τους αφρούς της θάλασσας, τόσο λευκό και αστραφτερό που φαινόταν κάτω απ' τον ήλιο, τριγυρνώντας εκεί όπου έσκαγε το κύμα. 

Η παρουσία του την είχε μαγνητίσει. Σαν αποκύημα της φαντασίας της, σαν ένα όνειρο ορφανό από αυτά που έψαχνε διαρκώς, είχε γεννηθεί από το αίσθημα βαθιάς πίστης. Έσκυψε απλώνοντάς του το χέρι κι εκείνο ήρθε αμέσως στην αγκαλιά της, με βλέμμα γνώριμο και μια ιδέα πως επέστρεφε επιτέλους στη μάνα του. Το λούτρινο είχε ζωντανέψει.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...