Περπατώντας στον δρόμο, συνάντησα μία ταμπέλα.
Μου είπε πως την φώναζαν, “η τεμπέλα ταμπέλα”,
γι' αυτό και πάνω της έγραφε με μεγάλα γράμματα : Τεμπέλα
16
Κάτω από τα γραμμένα
“Γράμμα στον Υπερόπτη Γονέα”
Μου μοιάζεις, σου μοιάζω
Με θυμάσαι, σε θυμάμαι
Κάτι κοινό θα 'χει το αίμα μας, λες
Ίσως να πήρα λίγο απ' το δικό σου
κύτταρο
και λυπάμαι γι' αυτό
μα δεν θα σ' το στερούσα,
αν ήξερα ότι το ήθελες πίσω
Δεν χρειάζεται να υπερηφανεύεσαι άλλο, φίλε
καθώς όλοι αδέρφια είμαστε
κάτω απ' τον ουρανό
και μοιραζόμαστε κουτάλια
από τον ίδιο πολτό
Τι να το κάνεις το αίμα που είναι συγγενές
μέσα σε στόμα αγενές
τι να το κάνεις αν το υλικό είναι κοινό
όταν στη συζήτηση δεν έχω κάτι να σου πω
Μου μοιάζεις, σου μοιάζω
δεν σημαίνει μ' αρέσεις
Σε θυμάμαι, με θυμάσαι
δεν σημαίνει με ξέρεις
Δεν με ενδιαφέρεις
Γιατί το αίμα σου λεκέδες αφήνει
και αυτό που λες δικό σου
δικό μου είναι μέσα στη φλέβα
που με ντύνει
Αν το κύτταρο σου, μου το χάρισες εσύ,
Θεός πιστεύεις πως είσαι και γελιέσαι
Γονέας είναι ένας
και κάτω από εκείνον, όλοι,
είμαστε ίσοι
Όσο μπορείς εσύ να θεωρείς πως τα ξέρεις όλα
τόσο κι εγώ ωριμότερη και σοφότερη θα σταθώ μπροστά σου
κι αν εσύ μπορείς να ελέγχεις και να χειραγωγείς
τόσο κι εγώ μπορώ να τιμωρώ και να δικάζω
Μου μοιάζεις, σου μοιάζω
με θυμάσαι, σε θυμάμαι
ναι, μα
και τα αδέρφια δικαίωμα έχουν να μεγαλώνουν
και να αλλάζουν
σαν τα λουλούδια με άλλα φύλλα να ντύνονται σε κάθε εποχή
Δεν υπάρχουν δεσμοί
που να κρατούν τον χρόνο σε κελί
γιατί ο χρόνος πάντα θα πετάει σαν πουλί
Κι αν κάποτε σου μίλησα όπως ήθελες εσύ
κράτα αυτό να το θυμάσαι αιώνια
πάρε μαζί σου στον θάνατο τον πεντάχρονο εαυτό μου
τον ήδη πεθαμένο από καιρό
και κράτα τα φύλλα τα ξερά
φτερά πουλιού που γλίτωσε απ' το δάγκωμα του σκύλου
κράτα το χώμα
κράτα τη λάσπη απ' όπου ίσως γελιέσαι πως μ' έπλασες εσύ, τι αυθάδεια!
Κράτα τα σκουλήκια
μικρά ταμπελάκια, κράτα τα για φυλαχτό, φωτογραφίες, σκιτσάκια
σχεδιαγράμματα για το πώς πρέπει να είμαι
και πίστεψέ το πως έχεις καταφέρει να με κάνεις όπως θες,
σαν εσένα ίσως
Μακάρι να βλέπεις στα όνειρά σου
γραμμένα
όλα αυτά που θες να είσαι και να βλέπεις σ' εμένα
Ίδιοι δεν ήμασταν ποτέ
και δεν θα γίνουμε
βλέπεις, άλλη εποχή γεννήθηκες κι άλλη εγώ,
ο χρόνος πάντα
θα γράφει και θα σβήνει
Φύσα τη μπογιά να στεγνώσει στον πίνακα εκείνον
όπου έγραψες
εγώ και τα παιδιά μου
και κράτα τη σφιχτά να δεις πόσο θα αντέξεις
να εθελοτυφλείς
κι ύστερα πέσε πάνω της να κοιμηθείς
αν έτσι επέλεξες να ζεις,
κάτω από τα γραμμένα



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου