4
Συνομιλία με το Ραδιόφωνο (Σε λίγο)
Ακούω στο ραδιόφωνο τον στίχο “Σταθμός στο ραδιόφωνο που πρέπει να αλλάξω...”
και αναρωτιέμαι “πόσο σε θέλω;”
Μου λείπεις ακόμα; Πόσο; Τόσο πολύ που να ξεπερνάει τη γνώση αυτή, πως είσαι ο σταθμός 1; O σταθμός που πρέπει να αλλάξω;
Άλλωστε το 1 είναι μόνο η αρχή. Πάντα έρχεται ένα 2 μετά το 1, πάντα...
Αλλά πώς πηδάς από το ένα στο άλλο όταν “έχεις κλείσει τις κλειδαριές και κανένας άλλος μέσα σου δεν θα 'ρθει;”
“Όνειρο και απάτη, σε ελευθερώνω και κλειδώνομαι. Ή έτσι θα ζήσω ή σκοτώνομαι.”
Πώς να πηδήξω από το ένα στο άλλο χωρίς να πέσω;
Σπάω τις κλειδαριές και στέκομαι στο περβάζι. Κάτω απ' τα πόδια μου, το άπειρο!
Πού πήγες όταν σε ελευθέρωσα; Εκεί κάτω; Χάθηκες κι εσύ, σκοτώθηκες ή βρήκες τρόπο να φτάσεις στο 2 σου;
“Μια μπλόφα της σιωπής” στον αέρα, πυροτέχνημα. “Με την αστραπή στον ώμο, παίρνω της βροχής τον δρόμο, στης νύχτας τον βυθό, στης πόλης τον χαμό.” “Δεν ήσουν εσύ χθες βράδυ που άκουσα κλειδί στην πόρτα.”
Πώς τα κατάφερες, αναρωτιέμαι, να πας από το 1 στο 2, χωρίς να πέσεις και να χαθείς στον βυθό της νύχτας, στο άπειρο που βλέπω να απλώνεται κάτω απ' τα πόδια μου...
Πιάνω στα χέρια το ραδιόφωνο, χωρίς αντίο, το ρίχνω πρώτο, έξω απ' το παράθυρο, άλλωστε ίσως να το ξαναβρώ μπροστά μου σε λίγο.
Κι ακούω καθώς γίνεται χίλια κομμάτια, να τραγουδάει “όλη μου η ζωή μια μέρα, μια μέρα δανεική, όλη μου η ζωή, μια μέρα...”
Πέθανε ακόμα και το ραδιόφωνο.
Εγώ πώς θα επιβιώσω στην πτώση αυτή;
“...Το ποτάμι πίσω δεν γυρνάει... δεν γυρνάει στα βουνά...”
Αυτό ήταν! Μου τραγουδάει. Είναι ακόμη ζωντανό και τώρα με εκδικείται.
“Ποιος είναι αυτός;” το ακούω να λέει.
“Ποιος, ποιος;” του φωνάζω, “ποιον είδες;”
“Σε ψάχνει στα ανοιχτά...”
“Ποιος, καλέ, ποιος;” “Θα 'ρθω σε λίγο να δω, σταμάτα, πάψε πια να μου τραγουδάς παράξενα πράγματα, ξέρεις πως δεν είμαι έτοιμη ακόμη να έρθω! Σου είπα, περίμενε, σε λίγο!”
Aκούω μια φωνή από το μεγάφωνο. Μιλάει για ένα λιμάνι. Πρέπει να βρήκε τρόπο να μπει σε κάποιο πλοίο.
Υπάρχει διέξοδος, λοιπόν. Υπάρχουν δρομολόγια μέσα στο άπειρο!
“Aυτός είναι ο ήλιος, ο έξω κόσμος βιαστικά μεγαλώνει... ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι...”
Mε ξέχασε, έφτασε κιόλας. Κι εγώ που είπα πως θα το ξαναδώ σε λίγο, ξέχασα να το αποχαιρετήσω, όπως θα έπρεπε, με τιμές. Τόσα τραγούδια μου είπε, να, ακόμα και τώρα το ακούω από μακριά καθώς χορεύει μέσα σε γλέντια και καρναβάλια.
Ξέρεις τι μου λείπει; Όχι δύο, μα έστω ένα, ένα φτερό!
Ένα φτερό να είχα, να, θα είχα πέσει κιόλας στο άπειρο, εκεί που έριξα το ραδιόφωνο μου και μπορεί να είχα μπει μαζί του στο ίδιο πλοίο που το μάζεψε. Τότε θα είχαμε κατέβει μαζί στο λιμάνι, θα έβλεπα κι εγώ αυτό το μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι που είδε να απλώνεται μπροστά του και με ξέχασε...
Ας είχα, όχι δύο, μόνο ένα φτερό και θα πηδούσα από το παράθυρο, τώρα αμέσως! Θα 'πεφτα και με τα μάτια κλειστά! Με τη σιγουριά πως δεν θα σκοτωθώ, πως θα βρω ένα πλοίο περαστικό να διασχίσουμε μαζί το άπειρο για να φτάσουμε σ' ένα λιμάνι φωτεινό.
Ας είχα μονάχα... ένα φτερό...
Αλλά... δεν έχω.
Θα μείνω για λίγο ακόμα εδώ, όρθια σε αυτό το παράθυρο.
Ξέρεις, μόλις πριν λίγο το ξεκλείδωσα. Έμοιαζε χρόνια κλειδωμένο, είχε γεμίσει με σκόνες και ιστούς αράχνης. Δεν είχα ούτε ένα κλειδί, έτσι αναγκάστηκα να σπάσω τις κλειδαριές με ό,τι βρήκα μπροστά μου. Όχι βαριοπούλα, είχα μόνο ένα παλιό ραδιόφωνο που όλο μου τραγουδούσε.
Πως πρέπει να φύγω, έλεγε, να πετάξω...
Μόνο αυτό είχα. Το πήρα, έσπασα τις κλειδαριές και ύστερα το πέταξα, πριν από εμένα, να μου δείξει τον δρόμο με τα τραγούδια του. Θυσία, σαν ραντάρ, να με προετοιμάσει για την απόσταση, το βάθος της νύχτας...
“Θα 'ρθω να σε βρω” του φώναξα πάλι, “σε λίγο”, αλλά εκείνο ησύχασε πια, τώρα θα χορεύει μαζί με τα άλλα σπασμένα ραδιόφωνα, πέρα μακριά απ' τον ορίζοντα σε άγνωστα γλέντια.
“Θα 'ρθω” επανέλαβα ψιθυριστά και δεν ξέρω αν με άκουσε.
Καλύτερα να μην με άκουσε γιατί του είπα πάλι “σε λίγο”.
Ο αέρας δεν έφερε ακόμα φτερά. Ίσως τώρα, με τον ερχομό της άνοιξης, μαζί με το καλοκαίρι, τώρα, σε λίγο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου