Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Στον Πάτο Του Πηγαδιού Με Τις Ονειροπαγίδες

 

 Στον Πάτο
Του Πηγαδιού
Με Τις Ονειροπαγίδες

Στην αυλή της νέας μονοκατοικίας, στην άγνωστη οδό, μέσα στα περιβόλια με τους άγνωστους λύκους, τα χαρούμενα αρνάκια και τους ατελείωτους ελαιώνες. Λίγο μετά τις Φινλανδικές κατοικίες. Στο στενό που νόμιζες ότι δεν θα σε έβγαζε πουθενά.

Εκεί υπήρξε ένα πηγάδι,
που ήταν γραφτό να γίνει το σπίτι μου.
Είχε ένα μονό κρεβάτι που θύμιζε κρεβάτι κατασκήνωσης. Το στρώμα του ήταν στενό και σκληρό.
Ως μόνιμο φύλακα είχε ορίσει ένα αιώνια θλιμμένο, μαρμάρινο σκυλί.

Στο μεγάλο άδειο σπίτι στον πάτο του πηγαδιού, στο σκοτάδι του δάσους, παρέα με το δικό μου πιστό σκυλί.
Μπαινοβγαίνω μέρα-νύχτα, κλαίω, γελάω, καταφέρνω ακόμα να ονειρεύομαι, αν και μονίμως ξύπνια. Απαγορεύεται ο ύπνος σε αυτό το κρεβάτι όπου δεν χωράει ούτε το σώμα μου ούτε την ψυχή μου, αν και το σώμα μου έχει μείνει μισό και η ψυχή μου διχάζεται ακόμα.

Με ένα μικρό κομμάτι ουρανού και τον αέρα από το κούνημα ενός φτερού πεταλούδας.
Μας ξυπνάει από τον λήθαργο που μας είχε κολλήσει σε μια ιδέα, την ιδέα του τέλους.Την ιδέα που το πηγάδι έθαψε στο χώμα και το μαρμάρινο σκυλί απέρριψε εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια.
Στην αιωνιότητα θάβουμε κι εμείς την αγωνία.

Στην απόλυτη σιγή της νύχτας, κοιταζόμαστε. Στις γαλανές νότες των μαύρων ματιών της φλέγεται ο Σείριος, και στα δικά μου ο Βέγας, ζητώντας να με λυπηθούν στις σκληρές δοκιμασίες της κολάσεως.
Στο τζάκι δεν ψήνεται τίποτα όμως. Στον καναπέ ίσως να μην κάθισε ποτέ κανείς. Δεν θυμάμαι αν μπορώ πια να καθίσω, ή πώς είναι.

Δεν είδα ποτέ το φως του καυτού, πρωινού ήλιου να κατεβαίνει προς τον πάτο του πηγαδιού. Γιατί δεν ξέρω αν ήμουν πράγματι ποτέ εκεί, ή αν πιάστηκα σε κάποια απ' τις στημένες ονειροπαγίδες του καλοκαιριού.

Μεταξύ αρχής και τέλους ή τέλους και αρχής, ίσως να άφησα κάποιο σημάδι. Ίσως να βγήκα από το πηγάδι και να ανέβηκα προς τον νεογέννητο λόφο απ' όπου μπορείς να δεις ολόκληρο το γιορτινό λιμάνι. Ίσως να βρίσκομαι ακόμα ανάμεσα στα δέντρα, να μιλώ στο καστανό άλογο της γειτονιάς και να του αγοράζω μήλα. Κι όταν βγαίνει το φεγγάρι, εκεί πάνω απ' τα περιβόλια όπου δεν το βλέπει ποτέ κανείς, ίσως μονάχα εγώ να το χαιρετώ ακόμα καθώς στέκομαι κρυμμένη στις σκιές και θεραπεύω τις τελευταίες μου πληγές με μείγμα από μαργαρίτες, φύλλα ελιάς και λιωμένους λωτούς. Κι όταν μαζεύω τα πρώτα φθινοπωρινά ξύλα, ίσως κάθε τόσο να κοιτώ την ταμπέλα με τις Φινλανδικές κατοικίες. Και μπορεί να έχω ήδη χτίσει τη δική μου, κάπου εκεί, πίσω απ' το στενό που νόμιζες ότι δεν θα σε έβγαζε ποτέ πουθενά.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Audiobook: Το Πένθιμο Μενταγιόν, Ποιητικό Ημερολόγιο

Τα κείμενα του Ποιητικού Ημερολογίου 2022 "Το Πένθιμο Μενταγιόν" αποτελούν μια σύντομη ιστορία αναγέννησης μέσα από τον πόνο.  Αφι...